στέκια

"ψιτ, πού 'σαι μικρέ, πιάσε μια μαυρομάτικα, μια κιοφτέδες και μια μπύρα σε παρακαλώ όπως έρχεσαι...".
αν τα παρακάτω μοιάζουν με διαφήμιση, σημαίνει ότι στο στέκι αυτό περάσαμε καλά.
 

Σε καιρούς που καθετί γνήσιο κι αυθεντικό συντρίβεται στη μηχανή του εκσυγχρονισμού (αχ αυτές οι εταιρίες!), τα παραδοσιακά στέκια σπανίζουν. Στα λιγοστά που εξακολουθούν να υπάρχουν και αξίζει να δίνουμε το παρόν, χρωστάμε τουλάχιστον μια ζεστή αναφορά. Φύγαμε για Θεσσαλονίκη! Ένας ιδιαίτερος χώρος, που έχει βαλθεί να ικανοποιεί όλες τις ανάγκες των επισκεπτών του, είναι η ταβέρνα «Πήρε και Βραδιάζει». Από το 1944 εκεί, στην Ομήρου 7 (περιοχή Ιπποκράτειου), ανοίγει και δείχνει το δρόμο για να στηθεί ένα γνήσιο σκηνικό παλαιικής ατμόσφαιρας. Στέκι που όταν ανακαλύψεις, αποχωρίζεσαι με δυσκολία.

Η γνήσια λαϊκή ατμόσφαιρα αλλά και τα χρόνια που κουβαλάει στην πλάτη του το μαγαζί είναι διάχυτα κι αυτό το εκτιμάει αμέσως κάποιος που ξέρει πόσο έντονα απέπνεε άλλοτε η πόλη τη μυρωδιά της ρεμπέτικης «μποέμικης» ζωής. Το γνωμικό που ταιριάζει απόλυτα τόσο στους μαγαζάτορες όσο και στους πελάτες είναι το «για πρόβλημα που λύνεται δεν στεναχωριόμαστε, για πρόβλημα που δεν λύνεται δεν στεναχωριόμαστε καθόλου». Η καλύτερη μέρα στο μαγαζί είναι η Κυριακή του Ασώτου! Όντως γίνεται της ασωτίας και αξίζει να το ζήσετε.

Η αίσθηση που κυριαρχεί στο «Πήρε» είναι η γνησιότητα, που αποτελεί και το βασικό πλεονέκτημα του μαγαζιού. Σαν κουτούκι παλιάς εποχής, με ανάλογη διακόσμηση και σπιτική φιλοξενία, καλωσορίζει κόσμο κάθε ηλικίας και υπόσχεται αρχικά να ικανοποιήσει και τον πιο απαιτητικό καλοφαγά. Η κουζίνα από μόνη της αρκεί για να καταξιώσει το μαγαζί στο στομάχι του κάθε περαστικού. Φρέσκο, νόστιμο, χορταστικό, καθαρά ελληνικό γεύμα. Τόσο ψάρια όσο και κρεατικά για κάθε γούστο, εκλεκτά μεζεδάκια κι εδέσματα μαγειρεμένα με φροντίδα και μεράκι και η αποπλάνηση αρχίζει. Εμείς προτείνουμε σουτζουκάκια (παραδοσιακή συνταγή), τηγανιά, μπιφτέκι. Αλλά η εμπειρία που δεν πρέπει να χάσει κανείς είναι η χύμα βαρελίσια ρετσίνα. Ίσως το μοναδικό ρετσινάδικο που απέμεινε στη συμπρωτεύουσα. Εξαιρετικής ποιότητας βαρελίσια ρετσίνα, φτιαγμένη με μεράκι στο υπόγειο κελάρι του μαγαζιού, όπου κρύβεται από τα αδιάκριτα βλέμματα. Όσο περισσότερο πιεις τόσο καλύτερα νιώθεις και αιτία είναι η έλλειψη ...χημείας. Κι ενός ποτηριού... πολλά έπονται.

Κάπως έτσι μόλις βραδιάζει. Και τότε πήρε κι η μουσική ν' αρχίζει. «Όποιος γεννιέται μερακλής» για ξεκίνημα! Δηλαδή τι μας περιμένει; Ένα σταθερό σχήμα μουσικών -εραστών της μουσικής πιο σωστά- για τους οποίους το ρεμπέτικο είναι τρόπος ζωής και όχι βιοπορισμός, δένει όλο το μαγαζί σε μία παρέα. Το τρίχορδο αντηχεί στο υπόγειο και μεταφέρει με τη βοήθεια της κιθάρας τις μελωδίες στις καρδιές των θαμώνων. «Απόψε μες το καπηλειό που τα μπουζούκια κλαίνε» είναι το ιδανικό όποιου λαχταρά το κλίμα του παρεΐστικου καπηλειού, που γι' αυτό πια μόνο ακούμε και δεν βλέπουμε. Τα άσματα προκύπτουν από καρδιάς και αγγίζουν με ταπεινότητα τις παλιές αυθεντικές εκτελέσεις. Όποιος θέλει να μαγευτεί από το ωραίο αυτό είδος μουσικής δε θα ενοχληθεί από καμία αλλοίωσή του. Τα καλύτερα γλέντια λαμβάνουν χώρα χωρίς προειδοποίηση. Οι ευτυχείς συμπτώσεις είναι μάλλον συχνές αφού από το στέκι περνούν ανελλιπώς μουσικοί ερασιτέχνες και μη, για να ενώσουν τις φωνές και τα παιξίματά τους.

Και πριν σταματήσουν τα όργανα δε σου κάνει καρδιά να φύγεις. Κι αυτό προς το ξημέρωμα με μία σιγουριά ότι η βραδιά άξιζε... Μάλλον «Πήρε και Ξημερώνει» έπρεπε να το λένε!

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.