στέκια

"ψιτ, πού 'σαι μικρέ, πιάσε μια μαυρομάτικα, μια κιοφτέδες και μια μπύρα σε παρακαλώ όπως έρχεσαι...".
αν τα παρακάτω μοιάζουν με διαφήμιση, σημαίνει ότι στο στέκι αυτό περάσαμε καλά.
 

Ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, ακόμη και για μια ημέρα, επιβεβαιώνει πάντα αυτό που όλοι γνωρίζουν: οι Θεσσαλονικείς ξέρουν -εκτός πολλών άλλων- να τρώνε. Οι επιλογές φυσικά είναι αναρίθμητες, όρεξη να υπάρχει και όλα τα υπόλοιπα είναι λεπτομέρειες. Δεν είναι μόνο η ποικιλία γεύσεων και ευωδιών, ούτε οι μερακλίδικοι κατάλογοι που η ανάγνωσή τους και μόνο προκαλεί ανεξέλεγκτη ροή γαστρικών υγρών. Είναι το συνολικό κλίμα που επικρατεί και που προσδίδει σε ένα -υπό «κανονικές» συνθήκες- αδιάφορο μαγαζί το χαρακτήρα που χρειάζεται, για να βρεθείς σε διάθεση ευφορίας, θαλπωρής και άνεσης.

Ένα τέτοιο κουτούκι είναι και ο «Χιώτης». Είναι εμφανές ότι αν αυτό το μαγαζί υπήρχε στην Αθήνα δε θα έκανε τη διαφορά. Στη Θεσσαλονίκη, όμως, αλλάζουν τα δεδομένα. Ξεκινάς, λοιπόν, την ανηφόρα προς το Επταπύργιο, περνάς την πύλη του Κάστρου και αρχίζεις το δύσκολο έργο ανεύρεσης ελεύθερης θέσης για παρκάρισμα. Μόλις την ανακαλύψεις όμως, ξέρεις ότι τα δύσκολα τελειώνουν εκεί. Στο πρώτο στενάκι δεξιά της πύλης σε περιμένει ο «Χιώτης», ένα κουτούκι με όλη τη σημασία της λέξης: αέρας λαϊκός, νότες ρεμπέτικες, κουζίνα μετρημένη αλλά και πικάντικη. Ο κόσμος που συχνάζει φαίνεται να ξέρει γιατί βρίσκεται εκεί και καθόλου δε νοιάζεται για το στρίμωγμα στα μικρά και στρωμένα με καρό τραπεζομάντηλα τραπεζάκια του.

Οι τοίχοι είναι γεμάτοι κάδρα με πορτρέτα όλων των «μεγάλων» του ρεμπέτικου που φωτίζονται από ρετρό απλίκες, ενώ στον κεντρικό τοίχο του μαγαζιού δεσπόζει ένας μεγάλος θαμπός καθρέφτης ο οποίος, αν δεν είναι, τουλάχιστον φαντάζει παλιός. Κάτω από τον καθρέφτη βρίσκεται η «ορχήστρα», ένα μπουζούκι και μια κιθάρα, συνδεδεμένα σε δυο μεγάλα monitors που ενισχύουν τον ήχο όσο πρέπει για να ακούγονται χωρίς να σε ξεκουφαίνουν. Το ρεπερτόριο είναι κλασικό, θα ακούσεις όλα αυτά που περιμένεις από ένα τέτοιο σχήμα, από γνήσιες φωνές χωρίς πολλές-πολλές φιοριτούρες και «ακροβατικά», κάτι που ισχύει και στην εκτέλεση των τραγουδιών, αλλά και στο ίδιο το μενού: οι γενναίες μερίδες επιβεβαιώνουν τη φήμη της πόλης, ενώ τα πιάτα του είναι φρέσκα και καλομαγειρεμένα χωρίς εκπλήξεις. Μια σαλάτα (παρένθεση: στις ταβέρνες της Θεσσαλονίκης δεν λυπούνται το λάδι στη σαλάτα, σε αντίθεση με τις αθηναϊκές όπου αντιστοιχούν 2ml ελαιόλαδου ανά κιλό μαρουλιού μαζί με αυτό που περιέχουν οι ελιές), ένα μπουγιουρντί (σαγανάκι φέτα με τσούσκα πιπεριά πάνω σε ντομάτα), μια μανιτάρι πλευρώτους ψητό στα κάρβουνα, μια πιπεριά Φλωρίνης γεμιστή με τυροσαλάτα, μια λουκάνικο «ρεμπέτικο» (πικάντικο με λιωμένο τυρί) και μια ψαρονέφρι στα κάρβουνα και έχεις σκάσει στο φαΐ. Μαζί με ένα καραφάκι ούζο, η «λυπητερή» βγαίνει στα 37 ευρώ, τα μισά σχεδόν από όσα θα πλήρωνες στο τελευταίο συνοικιακό μεζεδοπωλείο της πρωτεύουσας.

Αυτή που δεν αποτιμάται, είναι η παρεΐστικη ατμόσφαιρα που επικρατεί στο μαγαζί, γεγονός που απ’ ότι φαίνεται αναγνωρίζεται από τους θαμώνες του, αφού τη βραδιά της επίσκεψής μας ήταν το μοναδικό γεμάτο από κόσμο στο μικρό δρομάκι του Κάστρου.

Ταβέρνα «ο Χιώτης», Αγ. Παύλου & Γραβιάς - Άνω Πόλη, Θεσσαλονίκη - Τηλ.: 2310 208281

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

91 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.