άρθρα

τα άρθρα της κλίκας

Μια πρώτη προσέγγιση στην οργάνωση της διδασκαλίας της λαϊκής κιθάρας

Η εμπειρία που προκύπτει από την ενεργή μουσική πρακτική μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παιδαγωγικό μέσο σε περιπτώσεις προφορικών μουσικών παραδόσεων, αλλά και όχι μόνο. Η βιωματική εκμάθηση και μετάδοση μπορεί και πρέπει να συμπεριληφθεί σε μια οργανωμένη διδακτική διαδικασία και δεν είναι ασύμβατη με την ανάλυση και την αποκωδικοποίηση που η τελευταία απαιτεί. Στην περίπτωση της οργάνωσης της διδασκαλίας της λαϊκής κιθάρας, που είναι και το αντικείμενο αυτού του άρθρου, βασικό σημείο δεν είναι μόνο η μετάδοση της τεχνικής της, αλλά και η μετάδοση της εξελισσόμενης αισθητικής της, κάτι που δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να κωδικοποιηθεί με όρους αυστηρά μουσικούς.

«Φτωχό κομπολογάκι μου, εσύ ‘σαι το μεράκι μου», αναστενάζει το χιλιοτραγουδημένο άσμα του Μητσάκη, το οποίο μαζί με πολλά άλλα, τοποθετεί το κομπολόι εμμέσως πλην σαφώς στη θέση που του αρμόζει: είναι ο σύντροφος της καθημερινής ζωής του λαού μας εδώ και δυο σχεδόν αιώνες, το ιδανικό αγχολυτικό, ο εξομολογητής του, η παρηγοριά του. Κάθε χάντρα που πέφτει κι ένας καημός, κάθε γύρισμά του και μια σκέψη, κάθε κροτάλισμα κι ένα πάθος, κάθε χάιδεμα της φούντας κι ένα μεράκι. Στα χέρια των κατόχων του έχει συνοδεύσει μουσική, κρασοκατανύξεις και προσευχές, έχει υπάρξει αντικείμενο θαυμασμού και κοινωνικού στιγματισμού, έχει καταξιώσει το μάγκα που το κρατά, έχει διακοσμήσει το σαλόνι του μερακλή, έχει στολίσει τη βιτρίνα του συλλέκτη. Ο τρόπος παιξίματός του έχει τόσες παραλλαγές όσοι κι άνθρωποι που το κρατούν: οι χάντρες πέφτουν μόνες τους ή όλες μαζί, ίσια ή ανάποδα, ρυθμικά ή τυχαία, βαριά, τρυφερά, νευρικά, απαλά, αμήχανα, νωχελικά, «ραχατλίδικα, προκλητικά, μπέικα», δίνοντας την εντύπωση της ιεροτελεστίας στους μη μύστες. Αντικείμενο-φετίχ και σημάδι αναγνώρισης απανταχού των Ελλήνων, το κομπολόι έχει τη δική του ζωή, φιλοσοφία και ιστορία.

Θα αρχίσω από το σπίτι μας στη Νέα Υόρκη το 1936. Τότε γεννήθηκα. Μέναμε σε μια γειτονιά με πολλούς Έλληνες και άλλους Ευρωπαίους. Κάθε οικογένεια είχε τους Ελληνικούς της δίσκους και ένα φωνόγραφο. Ανάλογα με το μέρος της Ελλάδας από όπου είχαν έρθει, είχανε και την τοπική μουσική τους. Η Μικρασιάτες ακούγανε και Τούρκικους δίσκους σε μικρές συγκεντρώσεις με στενούς φίλους που τα γνωρίζανε και τους άρεσαν. Τα ζεϊμπέκικα ήταν σε ανατολίτικο στυλ με ούτια, κανονάκια και βιολιά. Αυτά που τα λέγαμε μόρτικα, αλανιάρικα και μετά ρεμπέτικα τα ακούσαμε λίγο πριν τον πόλεμο με τη Γερμανία. Τα μπουζούκια ακούγονταν σαν μαντολίνα τότε και κανένας από μας δεν ήξερε τη διαφορά.

Ζεστασιά η μουσική και ενθάρρυνση
γνώση η μουσική και αλήθεια
μεράκι, βίωμα, τόπος κοινός για ομοίους η μουσική...

Η μουσική είναι γεγονός οριστικό, δίχως εξηγήσεις, προλόγους και σχόλια. Το μόνο που επιδιώκουμε είναι να κάνουμε και να στηρίζουμε αυτό που αγαπάμε , τη μουσική, αξιοπρεπώς και σε συνθήκες σωστές. Πορευόμαστε με βάση μια δική μας συλλογική αισθητική και με τη σταθερή πίστη ότι η μουσική πρέπει να παραδίδεται, να παραλαμβάνεται, να λειτουργεί εσωτερικά και μετά να αποκαλύπτεται μέσα από κάθε μουσικό, ερασιτέχνη ή επαγγελματία, σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο.

Πώς γίνεται και οι συνήθεις ανήθικοι αποχτούν ξαφνικά συνείδηση! Αυτοί που θυσιάζουν τα πάντα στο βωμό της μεγιστοποίησης του κέρδους ανακάλυψαν ότι η «μπίζνα» έχει και ...ηθικό μέρος! Βρήκαν μάλιστα τον αποκλειστικό υπεύθυνο της σημερινής κατάντιας της μουσικής, το δολοφόνο όπως τον ονομάζουν. Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά για να δούμε κατά πόσο είναι ειλικρινείς.

Πιάσ' τ' αυγό και κούρευτο»* λέει ο λαός κι αυτό νιώθω κάθε φορά που προσπαθώ μόνος ή με άλλους ενδιαφερόμενους να βρω άκρη σ' αυτό που ονομάζουμε ελληνικό τραγούδι. Γι' αυτό πρέπει να ξεκαθαρίσω πως η κατηγοριοποίηση που ακολουθεί ανά περιοχή, θεματολογία, ρυθμούς, χορούς και κυρίως η σχέση μεταξύ τους (στεγανά δεν υπάρχουν) αφορά τα τραγούδια που επέζησαν ενώ οι δημιουργοί τους ξεχάστηκαν, τα παραδοσιακά μας δημοτικά τραγούδια, τα λεγόμενα «αδέσποτα» και γενικά τραγούδια αγνώστων δημιουργών που συναντάμε σήμερα κάτω από τους όρους «λαϊκό» και «ρεμπέτικο».