άρθρα

τα άρθρα της κλίκας

Το κανονάκι της δισκογραφίας γραμμοφώνου

Ο Χαράλαμπος (Λάμπρος) Σαββαΐδης υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερος μουσικούς της ανατολίτικης παράδοσης του ελληνικού χώρου. Έπαιζε κανονάκι1, ένα όργανο με ρίζες από την αρχαία Ελλάδα, το οποίο κατά την πορεία του διαδόθηκε και εξελίχθηκε από τους λαούς της Ανατολής. Ο τόπος καταγωγής του ήταν το Μπάσκιοϊ της Προύσσας. [Μπάς + Κιοι = Κεφάλι + χωριό (Κεφαλοχώρι) στα Τούρκικα] στα περίχωρα της Προύσσας2.

Ο Λάμπρος Σαββαΐδης φοιτητής της φαρμακευτικής στην Κωνσταντινούπολη
Έτσι, ο Χαράλαμπος (Λάμπρος) γεννιέται το 1894 (ή 1896) και ήταν το τέταρτο παιδί και το μοναδικό αγόρι του (Χατζη)3-Χρήστου και της (Χατζη)-Αικατερίνης Σαββαΐδη. Οι αδελφές του ήταν η Δέσποινα (Χατζη-Δέσπω), η Ευστρατία (Στρατίτσα) και η Ερμιόνη. Πριν τη γέννηση του Χαράλαμπου ο πατέρας του είχε υιοθετήσει τον Ηλία - Τζίκ4 γιατί δεν είχε αγόρι. Ο Χρήστος Σαββαΐδης ήταν επαγγελματίας μεταξουργός (τεχνίτης που κατεργάζεται το μετάξι) σε μια εποχή όπου η Προύσα φημίζεται έντονα για το μετάξι της και τ’ αραχνοΰφαντά της μεταξωτά υφάσματα.

Ο Λάμπρος μη θέλοντας να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του -και με προτροπή αυτού- τελειώνοντας το σχολείο πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές του εικοστού αιώνα, σε ηλικία περίπου δεκαέξι ετών, για να σπουδάσει φαρμακολογία.

Η μαγεία της ανατολίτικης μουσικής θα τον συνεπάρει ολοκληρωτικά και κατά την εποχή της θητείας του στον τουρκικό στρατό αρχίζει η ενασχόλησή του με τη μουσική. Το κύριο όργανό του είναι το κανονάκι αλλά παίζει και ούτι μαθαίνοντας παράλληλα μουσική γραφή και θεωρία. Έως τα μέσα του 1924 θα παραμείνει στην Κωνσταντινούπολη. Συγκεκριμένα κατοικεί στην περιοχή του Πέραν στην οδό Σακήλ Αγάς αρ. 29, ενώ εργάζεται ως φαρμακοποιός και επικουρικά ως μουσικός.

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, το 1924, θα έρθει στην Ελλάδα μαζί με τη μητέρα του Αικατερίνη, έχοντας ήδη χάσει τον πατέρα του, όπου και θα εγκατασταθεί προσωρινά στις προσφυγικές κατοικίες της πόλης των Σερρών. Μετά την καταγραφή των περιουσιακών του στοιχείων από την ειδική επιτροπή θα λάβει την αποζημίωσή του και θα χτίσει το νέο του σπίτι στις Σέρρες. Κατά το διάστημα αυτό της διαμονής του στις Σέρρες θα γνωρίσει τη μέλλουσα σύζυγό του Ελισσάβετ Τσινέογλου με καταγωγή από τα Κιουπλιά της Προύσσας.

Ο Λάμπρος με τη γυναίκα του Ελισάβετ Τσινέογλου
Ο Χαράλαμπος, με τον ερχομό του στην Ελλάδα, γρήγορα αποφασίζει να ασχοληθεί επαγγελματικά μόνο με τη μουσική αφού διαπιστώνει ότι η τέχνη αυτή αποδίδει πολύ μεγαλύτερο εισόδημα από το επάγγελμα του φαρμακοποιού. Εργάζεται ως μουσικός και σε μακρινές περιοχές έχοντας ήδη γίνει περιζήτητος στις μουσικές κοινότητες. Έτσι ταξιδεύει συχνά σε πόλεις όπως Δράμα και Θεσσαλονίκη αλλά είναι αναγκασμένος να πηγαινοέρχεται στην πόλη των Σερρών.

Τον καιρό εκείνο η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη όπου με την ένταξή της στον κορμό του Ελληνικού Κράτους, το 1912, αλλά και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, το 1922, ο πληθυσμός της παρουσιάζει σημαντικές μεταβολές με τη μετακίνηση των μουσουλμάνων και την αντικατάστασή τους από πρόσφυγες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης. Οι μεταβολές αυτές αφενός συνέτειναν στη θεαματική αύξηση του πληθυσμού της πόλης και αφετέρου στην αλλαγή της πληθυσμιακής σύνθεσης με την ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου.


Ανατολίτικο συγκρότημα στη Θεσσαλονίκη με τον Λάμπρο Σαββαΐδη

Tα γεγονότα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα και την αύξηση του ενδιαφέροντος γύρω από τη μουσική που πρεσβεύει ο Λάμπρος. Έτσι εκεί συνεργάζεται με Μικρασιάτες μουσικούς Έλληνες και Αρμένηδες όπως ο Σερκίς5, ο Δημήτρης Σέμσης ή Σαλονικιός και ο Αγάπιος Τομπούλης. Οι δύο τελευταίοι συνυπάρχουν εκείνη την περίοδο στην Θεσσαλονίκη ενώ γνωρίζονταν από την εποχή που κατοικούσαν και δραστηριοποιούνταν μουσικά στην Κωνσταντινούπολη. Ο Λάμπρος για κάποιο διάστημα φαίνεται να διαμένει στη Θεσσαλονίκη όπου εκεί θα παντρευτεί και θα γεννηθεί το 1936 η πρώτη του κόρη, η Καίτη.

Λάμπρος Σαββαΐδης και Σερκίς Κιλιτζιάν
Λόγω της έλλειψης μουσικών του κανονιού, αλλά και χάρη στο εξαιρετικό μουσικό του ταλέντο η φήμη του θα εξαπλωθεί εκτός της πόλης των Σερρών και των γύρω περιοχών. Με επιστολή της η Ρόζα Εσκενάζυ6 στις αρχές της δεκαετίας του ’30, τον προσκαλεί να δουλέψει μαζί της στα μαγαζιά της Αθήνας και να λάβει μέρος στις ηχογραφήσεις της εποχής. Χαρακτηριστικό είναι, σύμφωνα με τη δεύτερη κόρη του, Σοφία, ότι δεν υπήρχε άλλος παίκτης του οργάνου αυτού στην Αθήνα. Έτσι για τα έτη 1934-1937 θα γίνει ο αποκλειστικός κανονίστας της ελληνικής δισκογραφίας συνοδεύοντας τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της εποχής δουλεύοντας παράλληλα και σε μαγαζιά της πρωτεύουσας.

Το 1937 μην αντέχοντας πλέον την ταλαιπωρία της συνεχούς μετακίνησης μεταξύ Σερρών, Θεσσαλονίκης και Αθήνας αποφασίζει να μετακομίσει μόνιμα μαζί με την οικογένειά του στην Αθήνα. Διαλέγει να κατοικήσει στην περιοχή της Νέας Ελβετίας στον Βύρωνα όπου εκεί βρίσκονται Κωνσταντινουπολίτες φίλοι του και στενοί συνεργάτες όπως ο Λάμπρος Λεονταρίδης (λύρα πολίτικη), η Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου (τραγούδι) και ο Αγάπιος Τομπούλης (ούτι). Επίσης κοντά ήταν ο Γρηγόρης Ασίκης (ούτι και τραγούδι) και στην οδό Ελληνορώσων έμενε και ο Δημήτρης Λαδόπουλος ή Μανησαλής (βιολί).

Ο Λάμπρος Σαββαΐδης σε φωτογραφία από εφημερίδα της εποχής
Τελικά θα εγκατασταθεί ακριβώς απέναντι από το σπίτι του Αγάπιου επί της οδού Θήρας. Το 1939 θα ανέβουν οικογενειακώς στις Σέρρες για να πάνε στον γάμο της Ευγενίας Τσινέογλου, αδερφής της συζύγου του Χαράλαμπου. Όντας η σύζυγός του Ελισσάβετ έγκυος για δεύτερη φορά, γέννησε στις Σέρρες τη δεύτερη κόρη τους Σοφία.

Η εποχή που εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα ο Σαββαΐδης ήταν και η περίοδος της απαγόρευσης των μανέδων και εν γένει ο περιορισμός των ηχογραφήσεων της ανατολίτικης μουσικής, με την επιβολή της μεταξικής λογοκρισίας. Ο ίδιος όμως θα συνεχίζει να εργάζεται με μεγάλη επιτυχία σε διάφορα γλέντια της εποχής, εδραιωμένος και γνωστός από την δισκογραφία ως ο Λάμπρος με το κανονάκι.


Δημοτική ορχήστρα από πανηγύρι. Διακρίνονται από αριστερά οι: Λάμπρος Λεονταρίδης (λύρα), Κώστας Γιαούζος (κλαρίνο), Χαράλαμπος Σαββαΐδης (κανονάκι), Γιώργος Παπασιδέρης (κιθάρα), άγνωστος λαουτιέρης και πιθανά οι αρμένισες τραγουδίστριες – χορεύτριες Τακουή και Σκουή

Προπολεμικά δούλεψε στον «Ταΰγετο» επί της οδού Δώρου με τη Ρόζα Εσκενάζυ, τον Δημήτρη Σέμση - Σαλονικιό και τον Αγάπιο Τομπούλη και στην μπυραρία του Μουρούζη, στην οδό Αθηνάς, μαζί με τη Ρόζα Εσκενάζυ, τις αρμένισσες τραγουδίστριες - χορεύτριες Τακουή και Σκουή, τον Λάμπρο Λεονταρίδη, και τον Κώστα Γιαούζο στο κλαρίνο. Με την ορχήστρα αυτή πήγαινε και σε πανηγύρια της Βοιωτίας και της Λοκρίδας, από όπου καταγόταν ο Γιαούζος, με τραγουδιστή τον Γιώργο Παπασιδέρη. Συνεργάστηκε και με άλλους μεγάλους τραγουδιστές αυτής της εποχής, όπως οι Κώστας Ρούκουνας, Χαράλαμπος Παναγής, Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου (Πολίτισσα), Ρίτα Αμπατζή καθώς επίσης και με τον φίλο του, Αρμένιο ουτίστα και τραγουδιστή Αρντάση Καλφαγιάν7.

Τα δαχτυλίδια για το κανονάκι του ήταν ασημένια, με χρυσό μονόγραμμα στην πάνω πλευρά, με τα αρχικά γράμματα του ονόματος και επωνύμου του ΣΧ (καλλιτεχνικά πλεγμένα μεταξύ τους). Τα φορούσε στους "δείκτες" των δακτύλων του όταν έπαιζε, τοποθετώντας πέννες από ταρταρούγα κάτω από αυτά
Ο τρόπος παιξίματος του Σαββαΐδη επηρεάστηκε σημαντικά από το γεγονός ότι ήταν αριστερόχειρας. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ιδιαιτερότητα αυτή του επέτρεπε να χειρίζεται με ιδιαίτερη ευχέρεια τα μαντάλια8 και την μπάσα περιοχή του οργάνου, στολίζοντας περίφημα στα ακομπανιαμέντα. Για τον ίδιο λόγο τοποθετούσε τις χορδές και έπαιζε ανάποδα το ούτι του σε σχέση με έναν δεξιόχειρα.

Από τα τρία κανονάκια που είχε στην κατοχή του, μετά τη μετακόμισή του το ένα θα το αφήσει πίσω στις Σέρρες σε έναν Αρμένιο επισκευαστή οργάνων, ενώ θα πάρει μαζί του τα δύο καλύτερα. Χαρακτηριστικό στα κανονάκια του ήταν η αποκλειστική χρήση των εντέρινων χορδών, οι οποίες έσπαγαν εύκολα σε σύγκριση με τις πλαστικές ή συρμάτινες που χρησιμοποιούν σήμερα, αλλά το κύριο γνώρισμά τους ήταν η γλυκιά φωνή των οργάνων αυτών. Το «καλό» του κανονάκι που συμμετείχε στις περισσότερες ηχογραφήσεις ήταν ένα κανονάκι Κωνσταντινουπολίτικης κατασκευής, με όμορφο στολισμό στα πλάγια του, το οποίο είχε εξελίξει προσθέτοντάς του περισσότερα μαντάλια ώστε να έχει μεγαλύτερη ευχέρεια σε μικροδιαστήματα και τρανσπόρτα9.


Στο τετράδιο του Σαββαΐδη εμπεριέχονταν μικρασιάτικα, ελαφρά, δημοτικά και ρεμπέτικα τραγούδια. Στη φωτογραφία φαίνεται η γραφή του Λάμπρου στο τραγούδι «Σε γέλασα». Επάνω αριστερά κάποια σημείωση του στην παλιά Οθωμανική γραφή και πάνω δεξιά "κιθάρα Αγγούρι" αναφερόμενος στον Βαγγέλη Παπάζογλου (Αγγούρι ήταν το παρατσούκλι του). Αν και το τραγούδι αυτό φαίνεται στη δισκογραφία ως σύνθεση του Στελλάκη Περπινιάδη ήταν γνωστό πως συνθέτης ήταν ο Παπάζογλου

Κάτι το οποίο δεν ήταν γνωστό έως σήμερα είναι ότι ο Σαββαΐδης ήταν και πολύ καλός τραγουδιστής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι στο ρεπερτόριό του συμπεριλαμβάνονταν τραγούδια για όλα τα γούστα ενώ έπαιζε ακόμα και ταγκό, όπως η περίφημη Cumparsita. Είχε τετράδια μουσικής και βιβλιαράκια με στίχους τραγουδιών γραμμένα απ’ τον ίδιο με πένα και ιδιαίτερη καλλιγραφία. Εκεί συμπεριλαμβάνονταν διάφορα δημοτικά, κλέφτικα, ρεμπέτικα συνθετών της Πειραιώτικης σχολής όπως του Μάρκου Βαμβακάρη, ελαφρά και φυσικά μικρασιάτικα και μανέδες. Δεν είχε ποτέ το ρόλο του βασικού τραγουδιστή σε μια ορχήστρα αλλά συμμετείχε ενίοτε στο πρόγραμμα και σαν τραγουδιστής.

Χαράλαμπος Σαββαΐδης και Ιάκωβος Καμπανέλης
Ο Σαββαΐδης δεν είχε μαθητές στο κανονάκι, όμως η κόρη του Σοφία θυμάται για κάποιο διάστημα, στη δεκαετία του πενήντα, τον Νίκο Στεφανίδη να παίρνει μαθήματα από τον Χαράλαμπο. Του έδειξε διάφορα τραγούδια, τη μουσική, τα μαντάλια κλπ. Αργότερα ο Στεφανίδης έδειχνε και ο ίδιος κανονάκι σε μαθητές.

Ο διάσημος θεατρικός συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης, τη δεκαετία του πενήντα, κατοικεί με την γυναίκα του Νίκη στο διώροφο σπίτι της οδού Θήρας και συγκεκριμένα ένα όροφο πάνω από το διαμέρισμα της οικογένειας Σαββαΐδη. Ο νεαρός Καμπανέλλης μαγεμένος από τον ήχο της Ανατολής και του κανονιού υπήρξε μέγας θαυμαστής αυτού του μεγάλου Μικρασιάτη μουσικού, αναπτύσσοντας ιδιαίτερες φιλικές σχέσεις με αυτόν και την οικογένειά του.

Καίτη και Σοφία Σαββαΐδου

Σοφία και Καίτη Σαββαΐδου
Οι δύο κόρες του Λάμπρου Σαββαΐδη, Καίτη και Σοφία, ακολουθούν από μικρή ηλικία τα καλλιτεχνικά χνάρια του πατέρα τους. Η Καίτη μαθαίνει κιθάρα, ενώ η Σοφία από μικρή παίζει μεσοφωνία, ακορντεόν, κιθάρα και πιάνο. Προικισμένες και οι δύο με πολύ καλή φωνή, συγκαταλέγονται ανάμεσα στα μέλη της χορωδίας του Σίμωνα Καρρά και του Παντελή Καβακόπουλου, με τη συμμετοχή και του Λάμπρου στην ορχήστρα στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Μέλη της χορωδίας του Καβακόπουλου ήταν τότε ο Χρόνης Αηδονίδης, ο Αλέκος Κιτσάκης, ο Χρήστος Πανούτσος, ενώ στην ορχήστρα συμμετείχαν και ο Τάσος και Φώτης Χαλκιάς με κλαρίνο και λαούτο αντίστοιχα. Ο Χαράλαμπος συχνά στο σπίτι του έκανε πρόβες με άλλους μουσικούς αλλά και με τις κόρες του. Ήταν ένα σπίτι γεμάτο μουσική. Έπαιζε ο ίδιος κανονάκι και τραγουδούσαν ή συνοδεύανε οι κόρες του. Έτσι κάπως, μέσα από τα τραγούδια, μάθανε και τη τούρκικη γλώσσα που ξέρουνε και μιλάνε σήμερα.


Χορωδία και Ορχήστρα Παντελή Καβακόπουλου (στη δεύτερη σειρά στο κέντρο) σε συναυλία του Συνδέσμου Κωνσταντινουπολιτών - Περαμιωτών, στη Νέα Φιλαδέλφεια το 1955. Διακρίνονται οι: Τάσος Χαλκιάς (κλαρίνο), Φώτης Χαλκιάς (λαούτο), Λάμπρος Σαββαΐδης (κανονάκι), Χρήστος Πρωτόγερας (μπουζούκι). Στη χορωδία η Καίτη Σαββαΐδου (αριστερά του Π. Καβακόπουλου), η Ειρήνη Καβακοπούλου (δεξιά του Π. Καβακόπουλου), ο Αλέκος Κιτσάκης (δεύτερος στη τρίτη σειρά από δεξιά), ο Χρόνης Αηδονίδης (στη δεύτερη σειρά πίσω από τον Π. Καβακόπουλο και την Καίτη Σαββαΐδου)

Καίτη Σαββαΐδου - Ραζή
Η Καίτη Σαββαΐδου, αν και δεν εργάστηκε ποτέ ως καλλιτέχνης στο πάλκο ή στα μαγαζιά της εποχής, εμφανίζεται σε αρκετές ηχογραφήσεις στη δισκογραφία γραμμοφώνου αλλά και των σαράντα πέντε στροφών σε λαϊκά και δημοτικά τραγούδια. Συγκεκριμένα, με δεκατρείς συμμετοχές στις 78 στροφές και δύο στις 45, με το ψευδώνυμο Καίτη Ραζή, τραγουδάει σε συνθέσεις του Γιάννη Τατασόπουλου, Θόδωρου Δερβενιώτη, Ευάγγελου Πορτούλα αλλά και του πατέρα της. Είναι επίσης στιχουργός εννέα τραγουδιών εκ των οποίων στα τέσσερα και συνθέτης10. Εμφανίζεται ακόμα σε τρεις ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του 1950, στις οποίες τραγουδάει μερικά ωραία ανατολίτικα τραγούδια, συνθέσεις του πατέρα της. Σε αυτές εμφανίζεται σχήμα ανατολίτικης μουσικής των παλιών μουσικών της ελληνικής δισκογραφίας.

Πρόκειται για τις ταινίες:

  • Οι Απάχηδες των Αθηνών (1950), με τη συμμετοχή των Σαββαΐδη, Λεονταρίδη και Ασίκη
  • Φτώχεια, έρως και κομπίνες (1956)
  • Κέφι, γλέντι και φιγούρα (1958) με τη συμμετοχή των Σαββαΐδη, Λεονταρίδη, Μανησαλή, Ασίκη και Τομπούλη

Σοφία Σαββαΐδου
Η Σοφία Σαββαΐδου συμμετείχε και αυτή σε τρεις ηχογραφήσεις της δισκογραφίας γραμμοφώνου την ίδια εποχή, ως δεύτερη φωνή, με το ψευδώνυμο Σοφία Ραζή. Ακόμα, εμφανίζεται ως κομπάρσος - χορεύτρια στο χαρέμι της ταινίας Φτώχεια, έρως και κομπίνες.

Τη σεζόν 1951-1952 στο κέντρο «Τριάνα» του Βασίλη Χειλά εμφανίζεται συγκρότημα ανατολίτικης μουσικής με τη συμμετοχή και Ελλήνων και Τούρκων καλλιτεχνών, όπως των τραγουδιστριών Σεμιχά και Ναντιρέ Χανούμ, του δεξιοτέχνη του cumbus Şevket Bütüner, του Παράσχου Λεονταρίδη και των Αγάπιου Τομπούλη, Λάμπρου Λεονταρίδη και Λάμπρου Σαββαΐδη. Παράλληλα, εμφανίζεται και το συγκρότημα λαϊκής μουσικής των Βασίλη Τσιτσάνη και Γιάννη Παπαϊωάννου. Το κάθε συγκρότημα έβγαινε εναλλάξ από μια ώρα το καθένα και το πρόγραμμα αυτό είχε μεγάλη επιτυχία.


Κέντρο «ΤΡΙΑΝΑ». Διακρίνονται από αριστερά οι: Παράσχος Λεονταρίδης (λύρα), Στέλλιος Λαζάρου, άγνωστος στο πιάνο, Şevket Bütüner (τσουμπούς), Λάμπρος Σαββαΐδης (κανονάκι), Γιάννης Παπαϊωάννου, Λάμπρος Λεονταρίδης (λύρα). Στο κέντρο η τραγουδίστρια Σεμιχά

Ο Λάμπρος Σαββαΐδης υπήρξε ένας καλόκαρδος, τίμιος και ήπιων τόνων χαρακτήρας, καλός οικογενειάρχης και ιδιαίτερα αγαπητός στους συναδέλφους του. Αγαπούσε πολύ την γυναίκα του, την Ελισώ και έλεγε ότι από τον καιρό που τη γνώρισε δεν αγάπησε άλλη γυναίκα.

Αρχές της δεκαετίας του 1950 που θα πήγαινε στη Αμερική η Ρόζα, με τη μεσολάβηση κάποιου ονόματι Ιγγλέζης, ήθελε να πάρει μαζί της και τον Σαββαΐδη για να ηχογραφήσουν σε δίσκους και να δουλέψουν εκεί. Για να πραγματοποιηθεί αυτό έπρεπε να περάσουν από ιατρικές εξετάσεις. Εκεί του βρήκαν πρόβλημα στην καρδιά και του απαγορεύτηκε να κάνει αυτό το μακρινό ταξίδι. Έτσι, η Ρόζα πήγε μόνο με τον Τομπούλη.

Το 1959 σχεδιάζει ένα επαγγελματικό ταξίδι στην Αμερική μαζί με τους Νίκη Κυριακίδου (τραγούδι), Ζαχαρία Κασιμάτη (κιθάρα), Αγάπιο Τομπούλη (ούτι), Μήτσο Μανίσαλη (βιολί) και Βασίλειο Σκαλιώτη (κλαρίνο), με τους οποίους εμφανίζεται στο μαγαζί «Ο Ευρώτας» της οδού Δώρου. Όμως αυτό το ταξίδι ήταν μοιραίο να μην πραγματοποιηθεί ποτέ γιατί τον Οκτώβριο του 1958 θα παρουσιάσει μεγαλύτερο πρόβλημα στην καρδιά του που θα τον αναγκάσει να εγκαταλείψει την εργασία του.

Ο Λάμπρος Σαββαΐδης θα «φύγει» στις 27/02/1959 ύστερα από καρδιακό επεισόδιο και θα ταφεί στο Κοιμητήριο του Δήμου Βύρωνα, παρουσία όλων των αγαπημένων του συναδέλφων. Ανάμεσά τους η Ρόζα Εσκενάζυ και η Μαρίκα Φραντζεσκοπούλου ή Πολίτισσα.


Χαράλαμπος Σαββαΐδης (κανονάκι), Δημήτρης Μανησαλής (βιολί), Νίκη Κυριακίδου (τραγούδι), Αγάπιος Τομπούλης (ούτι), Ζαχαρίας Κασιμάτης (κιθάρα), Βασίλης Σκαλιώτης (κλαρίνο)

Δισκογραφία Λάμπρου Σαββαΐδη

Είναι αξιοπρόσεκτο ότι το κανονάκι εμφανίζεται ελάχιστες φορές στην ελληνική δισκογραφία γραμμοφώνου μέχρι και την εμφάνιση του Λάμπρου Σαββαΐδη. Αυτές είναι δεκατρείς ηχογραφήσεις παραδοσιακών τραγουδιών του 1927, με τραγουδιστή τον Γιώργο Βιδάλη για λογαριασμό της γερμανικής εταιρείας ΟDEON. Η ορχήστρα αποτελείται πιθανότατα από τους Μήτσο Κυριακίδη (ούτι), Νίκο Στεφανίδη (κανονάκι) και τον Δημήτρη Σέμση (βιολί).

Μεταξύ 1929 - 1933 εντοπίζονται κάποιες ακόμα λιγοστές ηχογραφήσεις, περίπου δέκα στον αριθμό, του εξαιρετικού Μικρασιάτη κανονίστα Νίκου Στεφανίδη σε τραγούδια και αμανέδες. Άλλος ένας επίσης αξιόλογος κανονίστας της εποχής αυτής είναι και ο Βασίλης Σαχινίδης ο οποίος ηχογράφησε κατά την δεκαετία του 1960 με τον Δημήτρη Μανησαλή και τον Τούρκο τραγουδιστή Ali Urgulu σε δίσκους 45 αλλά και 33 στροφών.

Την πρώτη δισκογραφική εμφάνιση του Σαββαΐδη αποτελούν τα τρία τούρκικα τραγούδια ηχογραφημένα το 1931 για λογαριασμό της γαλλικής εταιρείας Pathé, με τίτλους Λα αζιρ σίν (σύνθεση του Αγάπιου Τομπούλη), το παραδοσιακό Νινί Γκαζελ, καθώς και τα Nεβάτ Γκαζέλ και ένα οργανικό ταξίμι σε δρόμο Χουζάμ11. Υποδειγματικά τραγουδισμένα αποτελούν τα μοναδικά ντοκουμέντα της μεγάλης αξίας του ως τραγουδιστή. Σε αυτές τις ηχογραφήσεις δεν παίζει κανονάκι, ενώ τον συνοδεύουν ο Λάμπρος Λεονταρίδης (λύρα) και ο Αγάπιος Τομπούλης (ούτι). Στην ίδια σειρά θα πραγματοποιήσει και τις πρώτες του ηχογραφήσεις σαν συνοδός στο κανονάκι όπου, μαζί με τον Δημήτρη Σέμση, συνοδεύουν τον μεγάλο τραγουδιστή Δημήτρη Αραπάκη σε δύο έξοχους μανέδες12.

Μετά από απουσία τριών ετών από τη δισκογραφία επανέρχεται ως αποκλειστικός πλέον εκτελεστής στο κανονάκι συμμετέχοντας στις ηχογραφήσεις για λογαριασμό των τεσσάρων μεγάλων εταιρειών, από τον Δεκέμβριο του 1933 μέχρι και τις αρχές του 1937. Σε αυτές συνεργάζεται αποκλειστικά με τους Λεονταρίδη, Τομπούλη, Ασίκη, Σέμση, και Μανησαλή. Η συμμετοχή του Λάμπρου Σαββαΐδη αυτήν την περίοδο ξεπερνάει τον αριθμό των εκατό τραγουδιών ενώ σε δύο ηχογραφήσεις εμφανίζεται και ως συνθέτης. Η μεγάλη δισκογραφική του συμμετοχή καταγράφεται στην εταιρεία Ηis Master’s Voice με πενήντα δύο τραγούδια ενώ στις υπόλοιπες εταιρίες έχει είκοσι τρία στην Columbia, δεκαεπτά στην Parlophone και είκοσι δύο στην Odeon13.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η παρουσία του Σαββαΐδη στη δισκογραφία είναι πιο ισχνή σε σχέση με αυτήν του μεσοπολέμου. Εμφανίζεται μεταξύ 1952-1954 να συμμετέχει σε αρκετά λαϊκά τραγούδια συνθετών της εποχής και σε κάποιες δικές του συνθέσεις. Δύο στο όνομά του και τέσσερις στο όνομα της κόρης του Καίτης. Συνοδεύει τραγουδιστές όπως η Νίκη Κυριακίδου, το Ντούο Σταμπούλ, ο Πρόδρομος Τσαουσάκης, ο Γιάννης Τατασόπουλος, ο Στέλιος Καζαντζίδης και η Καίτη Ραζή (Σαββαΐδου)14. Σε αυτές τις ηχογραφήσεις καταγράφονται αρκετά δεξιοτεχνικά ταξίμια του στις εισαγωγές των τραγουδιών.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 παίρνει μέρος σε οκτώ ηχογραφήσεις μικρασιάτικων τραγουδιών για λογαριασμό της αμερικάνικης εταιρείας Standard στις οποίες συμμετέχουν η Ρόζα Εσκενάζυ, ο βιολιστής Μήτσος Λαδόπουλος ή Μανησαλής και σε κάποιες από αυτές ο κλαρινετίστας Απόστολος Σταμέλος ή Λούτζας. Αυτές οι ηχογραφήσεις κυκλοφορήσαν στην αμερικάνικη αγορά και πρόκειται για εξαιρετικά δείγματα της μεγάλης του τέχνης.

Δείτε τις δισκογραφίες αναλυτικά:
Προπολεμική δισκογραφία Λάμπρου Σαββαΐδη (αρχείο PDF) Δισκογραφία Καίτης & Σοφίας Ραζή (Σαββαΐδου) (αρχείο PDF)

Παραπομπές

  1. Η ονομασία του προέρχεται από τον εφευρέτη του τον Πυθαγόρα ο οποίος ονόμασε κανόνα ένα παρόμοιο μονόχορδο όργανο. H σύγχρονη εκδοχή του αποδίδεται στον μουσικολόγο ιστορικό Al Farabi (872-951 μ.Χ.) ενώ στη βυζαντινή εποχή φέρει την ονομασία ψαλτήρι αφού χρησιμοποιούταν στην εκκλησία για τη συνοδεία των εκκλησιαστικών ύμνων. Χαρακτηριστικές είναι οι σωζόμενες βυζαντινές τοιχογραφίες όπως αυτή της μονής Σταυρονικήτα Αγίου Όρους με τον Δαυίδ να κρατάει κανονάκι, που χρονολογείται στον 12ο αιώνα μ.Χ. ή της μονής Βαρλαάμ στα Μετέωρα όπου το κανονάκι συνυπάρχει μαζί με άλλα όργανα, όπως το ζουρνά, το λαούτο, το βιολί, την τσαμπούνα και το τουμπελέκι.
  2. Η επαρχία Προύσας αντιστοιχεί στο δυτικό τμήμα της αρχαίας Βιθυνίας και στο ανατολικό της Μυσίας. Είναι επαρχία της βορειοδυτικής Τουρκίας στην περιοχή του Μαρμαρά και βρίσκεται στις νότιες ακτές της Προποντίδας με πρωτεύουσα την Προύσα.
  3. Ο όρος Χατζής, αραβικά Χατζ, απαντάται εθιμικά ως προσωνύμιο μουσουλμάνων και χριστιανών, σημαίνοντας το προσκύνημα που έχει κάνει αυτός που το φέρει στον ιερό τόπο της θρησκείας του. Η λέξη προέρχεται από το αραβικό "χατζ" που σημαίνει «στέκομαι μπροστά σε μια θεότητα σε ιερό μέρος» ή «ταξίδι σε ένα ιερό μέρος». Ως προσωνύμιο τίθεται (κατ’ έθιμο) προ του ονόματος του κάθε Ορθόδοξου Χριστιανού στο θρήσκευμα που επισκέπτεται τους Αγίους Τόπους και που βαπτίζεται στον Ιορδάνη ποταμό.
  4. Τζικ: τουρκ. μικρός, ο μικρός Ηλίας.
  5. Πιθανόν πρόκειται για τον αρμένιο ουτίστα που κατοικούσε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη Σερκίς ή Σαρκίς Κιλιτζιάν. Εμφανίζεται με την ανατολίτικη ορχήστρα του στη δισκογραφία με δύο οργανικά κομμάτια ηχογραφημένα το 1937 στη εταιρία Odeon. GA-7021 Γκαρίπ χιτζάζ (Go-2680) & Σα σε μαπ - Φεράχ Φεζά [Saz Semaisi - Fezâ Ferah] (Go-2681).
  6. Η γνωριμία του με την Ρόζα πρέπει να έλαβε αρχικά χώρα στη Θεσσαλονίκη.
  7. Ο Αρντάσης Καλφαγιάν ηχογράφησε το 1935 τέσσερα τραγούδια για την εταιρία Odeon όπου τραγουδάει και παίζει ούτι συνοδεία ανατολίτικης ορχήστρας με τον Χαράλαμπο Σαββαΐδη στο κανονάκι. Δίσκος GA-1840 Γιαρ ουνέι τσινάρ & Ολού ισίν τσικάρ, δίσκος GA-1862 Σαμπάχ μανές (Έλα βρε χάρε) & Γιαβούζ γκελιόρ. Ο Καλφαγιάν δραστηριοποιήθηκε έντονα στις ανατολίτικες ορχήστρες. Έμενε στην περιοχή του Καρέα, στα Αρμένικα προσφυγικά με την οικογένειά του έως τον θάνατό του.
  8. Μικρά μεταλλικά ελάσματα που αυξομειώνουν το μήκος της χορδής επιφέροντας πολύ μικρές ηχητικές αλλοιώσεις (μικροδιαστήματα).
  9. Η μετάβαση ενός μουσικού κομματιού σε διαφορετικό τονικό ύψος.
  10. Σύμφωνα με την ίδια, σε κάποια τραγούδια στα οποία αναφέρεται ως συνθέτης, ο πατέρας της έγραψε την μουσική και αυτή τους στίχους.
  11. Δίσκος Pathé X-80156 Λα αζιρ σίν (70362) & Νινί γκαζέλ (70363). Δίσκος Pathé X-80150 Nevat gazel & Taxim Houzam.
  12. Δίσκος Pathé X-80172 Γκαρίπ Χετζάζ μανές (Βραδιάζει κι απελπίζομαι, νυχτώνει και δακρύζω) & Σαμπάχ μανές (Ω άνθρωπε μη μ’ αδικείς που τραγουδώ με πάθος).
  13. Ο αριθμός τους δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτος, αλλά αρκετά προσεγγίσιμος από τα μέχρι τώρα στοιχεία.
  14. Μερικά από αυτά είναι: Το φιλί δεν είναι κρίμα (Νίκη Κυριακίδου), Τα παλιά μου τα μεράκια (Ντούο Σταμπούλ), Βασανισμένοι μου γονείς (Πρόδρομος Τσαουσάκης), Σχίζονται κάμποι και βουνά (Στέλιος Καζαντζίδης).

Για την συγγραφή του άρθρου και τις πληροφορίες για τη ζωή του Χαράλαμπου Σαββαΐδη ευχαριστούμε ιδιαιτέρως τις κόρες του Καίτη και Σοφία καθώς και τα εγγόνια του Χαράλαμπο και Θανάση Πορτινό.

Ο εντοπισμός των ηχογραφήσεων του Χαράλαμπου Σαββαΐδη ως μουσικός έγινε με την ακρόασή τους από το αρχείο των Σταύρου Κουρούση και Κωνσταντίνου Κοπανιτσάνου.

Η δισκογραφία έχει συνταχθεί με βάση τον κατάλογο του Διονύση Μανιάτη από το βιβλίο του «H εκ περάτων δισκογραφία γραμμοφώνου», Αθήνα Μάιος 2006. Πολλά πρόσθετα στοιχεία είναι από τα αρχεία της His Master’s Voice (HMV) στην Αγγλία. Τέλος οι ημερομηνίες για τις εταιρίες Columbia, Odeon και Parlophone έχουν δοθεί από τον συλλέκτη Charles Howard τον οποίο και ευχαριστούμε.

Το φωτογραφικό υλικό του άρθρου είναι ευγενική παραχώρηση από το αρχείο της Οικογένεας Σαββαΐδη και αποτελεί πνευματική της ιδιοκτησία. Συνεπώς, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αντικείμενο πώλησης, αντιγραφής, τροποποίησης, αναπαραγωγής, αναδημοσίευσης ή να "φορτωθεί", να μεταδοθεί ή να διανεμηθεί με οποιονδήποτε τρόπο.

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

166 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα