συνεντεύξεις

άνθρωποι που μιλούν για το έργο τους και παρουσιάζουν τις απόψεις τους για πολλές πτυχές του λαϊκού τραγουδιού - και όχι μόνο...

«Έχουμε μπει στον 21ο αιώνα και τα τραγούδια του Μάρκου είναι ακόμη πρώτα»

Ως ώριμου, πλέον, μελετητή του ρεμπέτικου αποτελούσε διακαή μου πόθο μια συνέντευξη με το Στέλιο Βαμβακάρη. Το Στέλιο τον συναντούσα πολλές φορές, Κυριακές πρωινά, στο Μοναστηράκι, στη γύρα των συλλεκτών. Η παρούσα συνέντευξη έγινε σε δύο περιόδους. Η πρώτη συνάντησή μας πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2017, παρουσία του φίλου Κώστα Ραυτογιάννη, ενώ η δεύτερη τον Οκτώβριο του 2018, παρουσία του Γιώργου Θανόπουλου, φίλου, συνεργάτη και γραμματικού του Στέλιου, στο σπίτι του Στέλιου, στον Κορυδαλλό. Και στις δύο συζητήσεις - συνεντεύξεις ο Στέλιος, εξαιρετικά εγκάρδιος, απάντησε με υπομονή σε όλες τις «περίεργες» ερωτήσεις μου, εκφράζοντας τις δικές του απόψεις για διάφορα θέματα, ενώ έπαιξε με το μπουζούκι του μερικά τραγούδια του πατέρα του, καθώς και δικά του. Αυτό που με ευχάριστη έκπληξη διαπίστωσα, ακούγοντάς τον, ήταν πως μετά το χαμό του «τρομερού παιδιού», Νίκου Βραχνά, το 2002, υπήρχε ακόμη ένας τελευταίος μύστης του Πειραιώτικου ύφους, που δεν είναι άλλος από τον γιό του μεγάλου Μάρκου Βαμβακάρη.

Συνέντευξη με παρόντα τον Κώστα Ραυτογιάννη (Απρίλιος 2017)

Σ.Κ.: Στέλιο, ο Μάρκος τι πένες χρησιμοποιούσε;
Σ.Β.: Ταρταρούγες.

Σ.Κ.: Τι σχήμα;
Σ.Β.: Τις τριγωνικές, αλλά τις μεγάλες σε σχήμα και πολύ μυτερές, τις έβαζε στο χέρι και κένταγε. Αυτές τις πούλαγε ο Ζοζέφ και ήταν σκληρές, όταν έπεφταν κάτω ακουγόντουσαν σαν να έπεφτε πενηντάρικο.

Σ.Κ.: Σου είχε μιλήσει, ή είχες δει εσύ, ποτέ τις τριπλές χορδές που βάζανε;
Σ.Β.: Ναι, βάζανε τριπλή χορδή στις πάνω, πάντοτε το κάνανε αυτό.

Σ.Κ.: Ο Μάρκος δεν το έκανε...
Σ.Β.: Το έκανε, το έκανε πάντοτε! Τα μπουζούκια του Μάρκου είχανε τρεις χορδές!

Σ.Κ.: Θέλω να σου πω πως έχω εντοπίσει σε λίγες ηχογραφήσεις, στους δύο πρώτους δίσκους που έκανε, «Καραντουζένι / Αράπ» και «Εφουμέρναμ' ένα βράδυ / Ταξίμ Σερφ» ότι έχει βάλει τριπλή μπουργάνα και μονή μεσαία. Η παρατήρησή σου;
Σ.Β.: Νομίζω ότι αποκλείεται να είναι μονή η μεσαία χορδή.

Σ.Κ.: Το έκανε ο Μπάτης αυτό.
Σ.Β.: Αυτό είναι άλλη δουλειά, στου Μάρκου το νταλαβέρι η τριπλή είναι δύο καντίνια και μία μπουργάνα, αλλά αυτό που σου ξινίζει είναι τα «καραντουζένια», ο τρόπος που χαμήλωνε ή ψήλωνε τα κλειδιά, για να έχει το μπουζούκι του ανοιχτό.

Σ.Κ.: Εννοείς τις τονικότητες του ρε, από ρε# μέχρι και φα;
Σ.Β.: Ακριβώς!

Σ.Κ.: Πρόλαβες τα παλιά μπουζούκια του;
Σ.Β.: Τα πρόλαβα, αλλά δεν τα θυμάμαι τώρα. Το μόνο πράγμα που θυμάμαι ότι τα όργανά του ήταν άγια, δηλαδή, ήταν τόσο πολύ καλά όργανα, όχι ακριβά, αλλά φτιαγμένα γι αυτόν.

Σ.Κ.: Ήταν μικρά σε κλίμακα;
Σ.Β.: Όχι, ήταν κανονικά 67άρια.

Σ.Κ.: Σε ρωτάω γιατί στις φωτογραφίες τα όργανα δείχνουν μικρά, λόγω του μεγάλου σωματικού μεγέθους του. Ο Βραχνάς μού τον θύμιζε πολύ και στο παρουσιαστικό του, πολλές φορές νόμιζα ότι είχα το Μάρκο…
Σ.Β.: Ήταν λες και ήτανε ο Μάρκος, λες και τον έκανε η ίδια μάνα.

Σ.Κ.: Μετεμψύχωση;
Σ.Β.: Μετεμψύχωση, όπως το λες! Αυτό το πράγμα συμβαίνει γιατί αυτού του πήγαινε να το κάνει, ο Βραχνάς ήταν το ιδανικό, εδώ το κάνουν οι τζιτζιφιόγκοι και θέλουν να τραγουδάνε τα τραγούδια του Μάρκου.

Σ.Κ.: Ναι, είναι δύσκολο πράγμα. Πιστεύω ότι το προπολεμικό παίξιμο (όχι το μεταπολεμικό) είναι το πιο δύσκολο είδος παιξίματος που έχω συναντήσει. Κανένας δεν μπορεί να παίξει έτσι.
Σ.Β.: Κανένας, ξέρεις γιατί; Γιατί έπαιζε κιθάρα ο Σκαρβέλης, ταυτοφωνία, εγώ τώρα είμαι δοσμένος και ο άλλος που ακομπανιάρει - να πούμε - είναι αρχηγός του ρυθμού, δηλαδή δύο ψυχές κάνουν το ίδιο πράγμα. Είναι τόσο πολύ ωραία παιγμένοι οι ρυθμοί και ακούς δύο όργανα και λες σταματάνε τα πάντα, δηλαδή δεν σε ενοχλεί, για να βάλεις τρία μπουζούκια να παίζουνε ή ολόκληρη ορχήστρα, το ακούς απ' αυτό και είναι το κάντρο, είναι το τέλειο.

Σ.Κ.: Εννοείς δηλαδή ότι χρωματίζει τρομερά η κιθάρα το όργανο;
Σ.Β.: Βέβαια, ο μάστορας σού δημιουργεί την κάβλα να παίξεις το ρυθμό. Τα ζεϊμπέκικα του Μάρκου, ο μάγκας ο κιθαρίστας.

Σ.Κ.: Ξέρει πού να τονίσει;
Σ.Β.: Ακριβώς, και αυτό είναι η μαγκιά, ενώ αυτά που παίζουν τώρα οι περισσότεροι, είναι αγιοβασιλιάτικα.

Σ.Κ.: Πάνω σ’ αυτό, θέλω να σε ρωτήσω γιατί τελευταία έχω προσέξει κάτι που με έχει προβληματίσει, ότι σε πολλούς νέους μουσικούς το ζεϊμπέκικο έχει «τσιφτετελοποιηθεί», δηλαδή παίζουνε ζεϊμπέκικο και δεν το ακούω έτσι, γιατί γίνεται αυτό; Ποιο ήταν το μυστικό των παλιών;
Σ.Β.: Άκου να δεις, το μυστικό είναι ο δρόμος, τι δρόμο παίζεις και πώς τον έχεις μέσα σου, για να μπορέσεις να τον παίξεις. Δηλαδή, είδες πόσα τραγούδια υπάρχουνε, παίζεις το «Τι πάθος ατελείωτο» και κοπανάνε ζεϊμπέκικο, είναι οι νότες που σε πάνε καρφί, είναι ο δρόμος, ουσάκ! Πώς το 'χεις μέσα σου, το Σαμπάχ ή το Κιουρντί ή το Νιαβέντι ή το Χιτζάζ ή το Ράστι, αυτά τα πράγματα είναι οι δρόμοι. Πώς σε κεντρίζουνε μέσα σου αυτοί οι δρόμοι, γιατί όλοι οι δρόμοι είναι ωραίοι, δεν υπάρχει δρόμος που δεν είναι ωραίος, αυτό γίνεται κέντα.

Σ.Κ.: Εννοείς ότι οι παλιοί, επειδή ήξεραν καλά το δρόμο, δεν έβαζαν νότες περιττές ή βάζανε όσες νότες έπρεπε. Ήταν ακριβείς στο ρυθμό τους.
Σ.Β.: Ακριβώς! Ήταν ακριβείς στο ρυθμό τους, ουσιαστικοί! Ούτε περιττά, είδες που σου ‘πα για τον κιθαρίστα πώς ομόρφαινε το τραγούδι, γιατί έβαζε τις κατάλληλες αρμονίες, τώρα βάζουνε αρμονίες περισσότερες απ' ό,τι πρέπει, λόγω εξέλιξης, και τ' ακούς τα τραγούδια μπερδεμένα. Το ντο ματζόρε δεν μπορείς να το κάνεις ντο 8 και ντο 9.

Σ.Κ.: Σού ‘χε μιλήσει ο Μάρκος για «τσιμπητές» πενιές, «στακάτες»;
Σ.Β.: Υπάρχουν πολλών ειδών πενιές. Είναι οι «αυγουλάτες», οι «σκαφτές», οι «γεμάτες» που παίζει το μπουζούκι (δείχνει κοντά στην τρύπα) και ακούγεται «ντουμ», παίζεις κοντά στο ηχείο. Μετά είναι οι «τσιμπητές», οι «δυνατές», είναι πολλών ειδών, είναι το τραγούδι που σε πάει, ο δρόμος.

Σ.Κ.: Θυμάμαι ο Βραχνάς που διαρκώς μου φώναζε, «τσιμπητές, ρε, τις πενιές!».
Σ.Β.: Ο Μάρκος τις έκανε «κεντητές».

Σ.Κ.: Πάνω - κάτω το χέρι σαν «μετρονόμος»;
Σ.Β.: Σαν μετρονόμος, αλλά την ώρα που χτυπάς τη χορδή, κοίταξε, έχεις ένα τρόπο και στο χέρι.

Σ.Κ.: Το αριστερό χέρι παίζει ρόλο;
Σ.Β.: Παίζει, πρέπει να πατάει το κέντρο, ούτε πιο κάτω ούτε πιο πάνω. Πρέπει να είσαι ολόκληρος, στητός!

Σ.Κ.: Σού 'χε δώσει κάποια συμβουλή ο Μάρκος, πάνω στο παίξιμο πώς πρέπει νά 'σαι;
Σ.Β.: Ο Μάρκος μάς θαύμαζε παρά πολύ, γιατί ήμασταν οργανοπαίχτες. Μάς άκουγε και μάς καμάρωνε. Τα μαθαίνεις από το Μάρκο που τα παίζω εγώ και τα δείχνω και δεν πρέπει να πάω στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης ή στο Γερμανικό, ε Κώτσο; (γέλια)
Κ.Ρ.: 'Εχει πολλά.
Σ.Β.: Πες μου ένα να το βαφτίσουμε.
Κ.Ρ.: Του Βερολίνου.
Σ.Β.: Ακούς, πρέπει να πας στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου, να σου πω έλα εδώ, παίζεις μπουζούκι, κάτσε κάτω φίλε μου και έλα να τα πούμε. Να παίζουμε, όχι το «Ιταλικό», αλλά το «Αραμπιέν», τα «Συριανά», τα «Ανοιχτά», να παίξουμε το «Σολ», το «Μι Μπεμόλ». Εγώ έμαθα το «Καραντουζένι», το «Ανοιχτό» και το «Αραμπιέν» από το Μάρκο, τα οποία τα άκουσα και όταν το άκουγα το μπουζούκι σ’ αυτή τη μορφή, πιτσιρικάς που ήμουνα, δεν κοιμόμουνα.

Σ.Κ.: Το έκανε συνέχεια αυτό;
Σ.Β.: Όχι, σύμφωνα με το τραγούδι που δούλευε: όταν δούλευε ένα τραγούδι και το σκεφτόταν, «καραντουζένι» το έκανε. Κούρδιζε στο ρε-σολ-λα και έλεγε «Σαν πας Μαρούσα για νερό, εγώ στη βρύση καρτερώ να σου τσακίσω το σταμνί, να πας στη μάνα σου αδειανή» ή «Τα ματόκλαδα σου λάμπουν σαν τα λούλουδα του κάμπου», αυτά είναι οι μάνες για να δημιουργήσεις μουσική, να βάλεις άλλα στιχάκια. Δηλαδή, αρχινάς το ρυθμό, παίζεις τον τόνο που είναι να παίξεις και λες κάποια στιχάκια, ας πούμε γνωστά, και τα στιχάκια αυτά τα ακούς μετά και τα κάνεις τραγούδια πατώντας στους στίχους.

Σ.Κ.: 'Επαιζε τα αδέσποτα τα παλιά, άγνωστα αδέσποτα;
Σ.Β.: Βέβαια, όπως το «Καλέ μάνα δεν μπορώ».

Σ.Κ.: Το «Πού 'σουν μάγκα το χειμώνα»;
Σ.Β.: Αυτά τα μοστράρισε ο Γενίτσαρης, έπαιζε άλλα «Καραντουζένια» ο Μάρκος, που τα τραγούδαγε η μάνα του και τά ‘λεγε. Υπήρχε ένα κομμάτι που του άρεσε πάρα πολύ, θα το θυμηθώ και θα στο πω. Γένναγε πράγματα ο Μάρκος, τού ‘λεγες εσύ μια κουβέντα ή τού 'παιζες μια πενιά, και στο αυτί του ήταν χίλιες νότες, αν του άρεσε κάτι. Ή, αν του άρεσε ένας στίχος, έπρεπε να κάνει έναν άλλον και να είναι δυο φορές καλύτερος απ' αυτόν που άκουσε.

Σ.Κ.: Καλός μουσικός ίσον και καλός χορευτής;
Σ.Β.: Δεν το συζητάμε, αυτό είναι το τέλειο. Αυτό είναι το «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ, τι να πούμε. Αν έχεις αυτό το πράμα μέσα σου, δηλαδή την ώρα που παίζεις και ξέρεις ότι ο άλλος θα χορέψει και θα κάνει τη βόλτα και τον φτιάχνεις, είναι πολύ σημαντικό, γιατί παίζει όλο σου το σώμα με το μπουζούκι, δηλαδή (όχι ότι κουνιέσαι, κουνάς το χέρι και το πόδι) είσαι μονίμως αφοσιωμένος στο χορευτή.

Σ.Κ.: Εσύ είδες πολύ καλούς χορευτές στα χρόνια σου, νομίζω ότι τώρα δεν υπάρχει πια αυτό το πράγμα.
Σ.Β.: Δεν υπάρχει, χόρευε ένας από 'δω ο Αραούζος, ένας χασάπης, έλεγες «Βαγγελίστρα μου»! Δηλαδή, δεν έχω δει τέτοιο πράμα. Το υπερπέραν ήταν ο Μάρκος, το Α και το Ω, και χασάπικο και καμηλιέρικο και ζεϊμπέκικο. Και ο Κερομύτης και ο Παπαϊωάννου. Του Παπαϊωάννου τού 'παιζα μπουζούκι και χόρευε, μιλάμε τώρα αυτοί είχαν με τα χέρια έναν τρόπο, πώς το λένε, μόνο που τον έβλεπες και περπάταγε την ώρα που έκανε τη βουτιά αρχινάγανε μετά με τα πόδια έτσι, όχι ζογκλέρ, μιλάμε θεός την ώρα που χόρευε η ψυχή του, ήταν να πούμε καρφωμένος, έκανε τελετή.
Κ.Ρ.: Σήμερα πάνε σε σχολές.
Σ.Β.: Πάμε αλλού, πάμε αλλού, δεν τη συγκρίνουμε.
Κ.Ρ.: Δεν συγκρίνουμε, το ζεϊμπέκικο είναι όπως το βγάζεις απ’ την ψυχή σου, δεν χορεύεις για τους άλλους, χορεύεις για την πάρτη σου, δεν γουστάρεις για ν' αρέσεις ή για να χτυπάνε παλαμάκια.
Σ.Β.: Και δεν χορεύεις συνέχεια, την κάνεις μια φορά και καθαρίζεις. Δηλαδή, πας γι’ αυτή τη δουλειά, να χορέψεις, πας και θες να τραγουδήσεις, να χορέψεις το «Κάντονε Σταύρο», πρέπει να είσαι ειδικού τύπου για να το χορέψεις. Και η «Σκύλα» είναι ειδικού τύπου, έχω δει Κουλουριώτες και Μεγαρίτες, δέκα άτομα μαζί, να παίζω και να τους βλέπεις όλους και να λες τι γίνεται, όχι μπαλέτο, μιλάμε για θέμα σοβαρό.

Σ.Κ.:Ο Μάρκος έμαθε πρώτα να χορεύει και μετά να παίζει;
Σ.Β.: Ο Μάρκος τα είχε όλα κοντά του. Νομίζω ότι η ζωή του ήταν αυτή, γιατί από πιτσιρικάς ανάβει μια λάμπα και σου λέει μάγκα εδώ προχωράς, δεν ξεφεύγεις απ' τη λάμπα, δηλαδή αρχινάς με ένα βιολί, αυτός γεννήθηκε για να γίνει αυτός που έγινε, γιατί το κυνήγαγε από πιτσιρικάς, είναι η ψυχολογία πώς την ακούς από παιδάκι.

Σ.Κ.: Ο όρος «ρεμπέτικο» υπήρχε στο λεξιλόγιό του; Δηλαδή έλεγε ότι είμαι «ρεμπέτης», αισθανόταν ότι υπήρχε «ρεμπέτικο»;
Σ.Β.: Αυτός δεν έκανε αυτό το πράγμα. Ήταν ο αρχηγός, τώρα τού βάλανε ταμπέλα, τούς έβαλαν ταμπέλα, αναγκαστικά μπαίνει, είναι το ίνδαλμα.
Κ.Ρ.: Ξέρεις γιατί στο λέει; Εδώ ακόμα οι λόγιοι και αυτοί που ξέρουν τα πολλά λένε «γιατί το λένε ρεμπέτικο να το ονομάσουμε αστικό λαϊκό». Ο Μάρκος παλιά έλεγε «εγώ είμαι του λαού».

Σ.Κ.: Ναι, αλλά στο στίχο του λέει, «Σ' αυτόν τον ψεύτικο ντουνιά ρεμπέτης θα πεθάνω».
Σ.Β.: Σκέψου τι σου λέω, μόλις ακούς ένα τραγούδι του Μάρκου, λες αυτό είναι ρεμπέτικο, το βαφτίζουν κατευθείαν. Αυτός έχει πει «όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά», έχει δώσει την πηγή, την τροφή, με ρεμπέτες μίλαγε, τά ‘λεγε στα τραγούδια, κατάλαβες, και του βάλανε τον τίτλο. Ρεμπέτης ο Μάρκος, για μένα ήταν άγιος, να τον πούμε άγιο ρεμπέτη, άγιο μάγκα.

Σ.Κ.: Για τον Τσιτσάνη πως αισθανόταν ο Μάρκος, τον θαύμαζε;
Σ.Β.: Ο Βασίλης ο Τσιτσάνης. Κατ’ αρχήν πρέπει να σου πω ότι τον αγαπάω πάρα πολύ εγώ και δεν ξέρω τώρα τι λέει ο άλλος και ο παράλλος. Γιατί, όταν σμίξανε με τον Κώστα το Χατζηδουλή γνωριστήκαμε με τον Κώστα, ο Τσιτσάνης ήθελε ας πούμε να έχει πάντοτε σχέσεις «Μαρκοπουλίστικες». Κάθε βράδυ στο κέντρο που τραγούδαγε, αν έλεγε 40 -50 τραγούδια, τα 15 ήταν σίγουρα του Μάρκου, και είχε μέσα του κάβλα να του δώσω άδεια για να τραγουδήσει τα τραγούδια του Μάρκου. Όταν βρεθήκαμε μου λέει «ρε Στέλιο, πρέπει να μου δώσεις άδεια για να τραγουδήσω τα τραγούδια του πατέρα σου», του λέω «Βασίλη ό,τι γουστάρεις»! Πήγαμε στο σπίτι του, στη Γλυφάδα, και πιάνει το μπουζούκι και του λέω θα μου τα παίξεις, εγώ ήθελα να τον τσιγκλήσω να δω τι γίνεται και καθόταν και μου έπαιζε, όπως άκουγα τον πατέρα μου, άκουγα και αυτόν. Δηλαδή, από πιτσιρικάς μελέταγε το Μάρκο, επηρεασμένος από το Μάρκο σίγουρα, και φαντάσου τι μελέτη είχε ρίξει, να ακούει προπολεμικά αυτόν. Και ο Χιώτης, αυτόν άκουσε. Μετά, δουλεύαμε μαζί στο θέατρο και γίναμε φίλοι, θαύμαζε τον πατέρα μου πάρα πολύ, γιατί ο Τσιτσάνης έκανε άλλο πράμα, το μπουζούκι το προχώρησε, έκανε διφωνίες, έβαλε τη φλέβα του όπως και ο Χιώτης και ο Παπαϊωάννου. Αλλά όλοι αυτοί πήραν από το Μάρκο και κάνανε το δικό τους, δεν μπορούσαν να κάνουν το Μάρκο.

Σ.Κ.: Πως γνώρισε το Μάρκο ο Τσιτσάνης;
Σ.Β.: Ο Τσιτσάνης ήτανε πολύ νέος και επηρεασμένος πολύ από το Μάρκο. Τού ‘χαν πει από την εταιρεία να πάει να βρει το Μάρκο, να του παίξει τα τραγούδια του και -άμα του αρέσουν του Μάρκου τα τραγούδια- να του ζητήσει να του τα τραγουδήσει στο δίσκο. Πήγε λοιπόν ο Τσιτσάνης, φόραγε κι ένα παλτό μέχρι κάτω, και τον βρήκε το Μάρκο, στην Παλιά Κοκκινιά. Ο Μάρκος εκείνη τη στιγμή καθάριζε με μια σκούπα το καφενείο που παίζανε εκεί τα μπουζούκια. Ρωτάει ο Βασίλης «ποιος είναι ο Μάρκος;» Απαντάει ο Μάρκος «περίμενε, τώρα θά 'ρθει!», και μετά από λίγο, τελειώνει το σκούπισμα και του λέει «εγώ είμαι ο Μάρκος, τι θέλεις;». Έτσι έγινε η γνωριμία τους! Μιλήσανε οι δυο τους, τού έπαιξε τα τραγούδια του ο Τσιτσάνης, αρέσανε στο Μάρκο και κάπως έτσι τον ξεκίνησε ο Μάρκος και τον έβαλε στη δισκογραφία των 78 στροφών με το τραγούδι «Να γιατί περνώ», με το Μάρκο να κάνει δεύτερη φωνή στη Σοφία Καρίβαλη! Ο Μάρκος δεν είχε κανένα πρόβλημα να βοηθήσει νέους μουσικούς, ακόμα και να κάνει δεύτερη ή και τρίτη φωνή. Στο πρώτο τραγούδι του Μπιθικώτση, «Το καντήλι τρεμοσβήνει», ο Μάρκος κάνει δεύτερη φωνή στην Καλφοπούλου. Φαντάσου τώρα στον Μπιθικώτση - που δεν ήταν ακόμα τραγουδιστής, ξεκίναγε σαν συνθέτης - να τραγουδάει ο Μάρκος σιγόντο στο τραγούδι του! Το ίδιο έγινε και με το πρώτο τραγούδι του Βασίλη Καραπατάκη, «Του ανάπηρου η μάνα», που ο Μάρκος τραγουδά μαζί με τη Σούλα Καλφοπούλου και το Στελλάκη Περπινιάδη.

Σ.Κ.: Ο Μπιθικώτσης είναι μαθητής του Μάρκου;
Σ.Β.: Από πάνω μέχρι κάτω και 100% και να 'σαι σίγουρος, ότι έχει περάσει από σχολείο.

Σ.Κ.: Ερχόντουσαν διάφοροι που τους έδειχνε μπουζούκι;
Σ.Β.: Ο Μάρκος έδειχνε σε όλους μπουζούκι, ήταν το μπινελίκι του, τον πλησίαζες και του έλεγες κύριε Μάρκο θέλω να παίξω ή να τραγουδήσω, ήταν άνθρωπος που θα σού έδινε τη συμβουλή, θα σε βοήθαγε.

Σ.Κ.: Θά ‘θελα να μου πεις για το Γιώργο Μπάτη, εσύ τον έζησες, τον είδες, τον άκουσες να παίζει; Ήταν απλώς ακομπανιαδόρος;
Σ.Β.: Όταν παντρευόταν η πρώτη μου ξαδέρφη, η Ελπίδα (ήταν του θείου μου του Τζέκου, ο Τζέκος ήταν ο αδερφός του Μάρκου. Αυτός καθόταν πάνω στη Νεάπολη, στο βουνό, τότες η Νεάπολη ήταν εξοχή, επήγαινες και αμόλαγες αετό.
Κ.Ρ.: Η γειτονιά μου, πέντε Μανιάτες, οι Βραχνάδες κι εμείς.
Σ.Β.: το βράδυ, μετά το γάμο, θα γινόταν γλέντι, ήταν φυσικό. Στο γλέντι αυτό, εγώ τώρα είμαι 6-7 χρονών, ήμουνα μικρός και γινόταν ο γάμος. Ο Τζέκος, ο θείος μου ο Φραγκίσκος, ήταν άνθρωπος πολύ ζόρικος - όπως ήταν ζόρικος ο Μάρκος, έτσι ήτανε και αυτός ζόρικος. Δεν μπορούσε να τον πειράξει κανένας, έχει κάνει πολλές ιστορίες, νταηλίκι, στα κεραμίδια κρυβόντουσαν, και μετά το γάμο θα έβαζε το κρασί που λένε. Εκεί πέρα υπήρχε μια αυλή - λες και είχε κέντρο διασκεδάσεως ήταν το σπίτι του. Το χασάπικο (ήταν χασάπης) είχε μια αυλή, μία μάντρα δίπλα από το σπίτι του, την οποία την έκανε κέντρο διασκεδάσεως, για να βάλει καλοκαίρι τους καλεσμένους. Τους ανθρώπους που θα πηγαίνανε και θα χαιρετάγανε και, το βράδυ, θα είχε το πρόγραμμα. Το πρόγραμμα ήταν ο Κερομύτης, ο Μάρκος, ο Μπάτης, ο Αργύρης και ένας άλλος μπουζουξής που δεν τον θυμάμαι. Τώρα ο Μπάτης, ξέρεις αυτή είναι «φωτογραφία δισεκατομμυρίων», είναι «χειροβομβίδα», γιατί από τη στιγμή που τους βλέπεις αυτούς και έχεις τη μύγα μέσα σου, έβλεπες ας πούμε τον τρόπο που παίζανε και τον τρόπο που λειτουργούσανε με τον κόσμο, δηλαδή μάθαινες τη δουλειά. Ξέρεις, κάνεις αυτή τη δουλειά αλλά δεν την ξέρεις, γιατί υπήρχε η «χαρτούρα», έπαιρνες λεφτά. Άλλο πράμα το μαγαζί και άλλο πράμα να κάνεις θαυμαστές και να έρχονται να σ' ακούνε. Αλλά πάνε και ορισμένοι που είναι «κρασάκηδες» και σου λέει το «Κάντονε Σταύρο», τη «Σκύλα» να χορέψω ή το «Αντιλαλούν οι φυλακές» ή τις «Βεργούλες», τώρα αυτά τα βλέπεις από πρώτο χέρι. Ο Μπάτης ήτανε ένας άνθρωπος που άμα τον έβλεπες νόμιζες ότι ήταν Γάλλος, όχι 'Έλληνας. Δηλαδή, με ημίψηλο, με ρολόι χρυσό, με στιβάλια που κάνανε δεν ξέρω πόσα λεφτά, ήταν σεβρά τα παπούτσια του ωραία, το κοστούμι του, νόμιζες ότι ήταν κόμης Σεβαγιέρ και είχε έναν μπαγλαμά. Και ήταν τόσο πολύ έξυπνος, που και τα άλλα που έλεγε και καθόταν από πάνω και έπαιζε και έλεγε, νόμιζες ότι ήταν ο Αϊνστάιν. Είχε μεγάλη επικοινωνία με τον κόσμο, ήταν πολύ ιδιαίτερος γιατί αυτά που έλεγε ήταν variations.

Σ.Κ.: Δηλαδή παραλλαγές;
Σ.Β.: Πώς να στο πω, τον πήγαινες, έλεγε «Ατσιγγάνα με φωνάζουν» άκουγες ρετζίστρα και τρόπους μουσικούς, άκουγες το Μάρκο να λέει (κάνει βραχνή την φωνή) «Βαθειά στη θάλασσα θα πέσω», να πάθεις την πλάκα σου, ο Στράτος τραγουδισταράς, ήταν ένα πράμα για το οποίο κόβω τα χέρια μου και λέω «ζήτω»!
Κ.Ρ.: Αγία Γραφή, δεν ξαναγράφεται!
Σ.Β.: Και μετά από κει αρχινάει το μαρτύριο, να μπεις στο χτίσιμο, να παίζεις για να μάθεις, για μένα αυτό ήταν το δώρο τους.

Σ.Κ.: Τον είδες πολλές φορές τον Μπάτη μετά;
Σ.Β.: Τον έβλεπα στα παλιατζίδικα κάτω στον Πειραιά, γιατί αυτός έκανε γυρολόι, πήγαινε κάτω να πούμε και μάζευε πράγματα. Είχε μπαγλαμάδες, τον ένα τον έλεγε «ο μάγκας», τον άλλονα «ο τσαμπουκάς», τον άλλονα «ο γαμιάς», τον άλλονα «ο φωνακλάς», «ο κοκκοράτος», ήτανε περίπτωση, ήταν «η μάνα του λόχου» ο Μπάτης!. Ήθελες, δεν ήθελες, έπρεπε να πας από εκεί να τον βρεις, γιατί τα είχε όλα: είχε χρήματα, είχε «απορρυπαντικά», κοίταζε αν ήσουνα «καθαρός». Όλα περνούσαν από το γρανάζι του και ήταν μορφή. Ήξερε να κάνει το νταλαβέρι, ήξερε να κλείσει τις δουλειές, ήξερε να πιάσει τον έναν, ήταν άνθρωπος που χρειάζονταν μες το οικόπεδο που κάνανε - με τον Ανέστο και αυτούς - την Τετράδα. Ήταν «Αητός»!

Σ.Κ.: Θέλω να μου πεις τη γνώμη σου για το στυλ του Δελιά.
Σ.Β.: Πω πω! Θα σου πω, η μεγαλύτερη κ*** μου. Όπως γουστάρω το Μάρκο, γουστάρω και αυτόν. Το μπουζούκι του γουστάρω, βέβαια του Μάρκου είναι άλλο θέμα, αλλά είναι ξαδέρφια περίεργα.

Σ.Κ.: Έχει το πάτημα του Μάρκου;
Σ.Β.: Ναι, από κει ξεκινάνε και του ‘δωσε και στιχάκια ο Μάρκος όπως το «Όταν μπουκάρω στον τεκέ». Αλλά θέλω να πω ότι είμαι θαυμαστής του στο παίξιμο, γιατί έπαιζε και κιθάρα, ήταν μουσικάρα.

Σ.Κ.: Απρόβλεπτο παίξιμο.
Σ.Β.: Απρόβλεπτος! Ήταν καταπληκτικός. Τον αγάπαγε πολύ ο Μάρκος, και ο Στράτος τον αγαπούσε πολύ, μένανε και στο σπίτι μαζί και είχανε σχέσεις δυνατές. Ήτανε άλλα χρόνια ο Πειραιάς. Υπήρχε ένα τραμ που πήγαινε από τον Πειραιά στο Πέραμα, εκεί ήταν το μεγαλύτερο σχολείο, εκεί ήταν τα Βραχάκια, εκεί την αράζανε, το τι γινόταν δε μπορώ να σου το περιγράψω, ήτανε όλος ο Πειραιάς, γι’ αυτό σου λέω ότι ξεκινήσανε όλα, ήτανε μάνα, ήτανε περίπτωση.

Σ.Κ.: Έβλεπες γυρολόγους μπουζουξήδες;
Σ.Β.: Ο Μάρκος την έκανε ψώνιο με τον Αϊβαλιώτη και με το Ζουμαρίτη. Αυτός κάθε βράδυ ήταν κάπου, ήταν καθηγητής αλλά ζόρικος και πήγαινε στους ντεκέδες και έπαιζε μπουζούκι. Πήγαινε σε ένα μέρος στον Πειραιά και έπαιζε, και όταν έπαιζε αυτός ήταν μεγάλος μάγκας. Τον άκουσε ο Μάρκος και πήγαινε κάθε βράδυ και τον άκουγε, και τον πήρε χαμπάρι ο Ζυμαρίτης και του ‘πε «άλλη φορά δεν θα ξαναπατήσεις εδώ». Γιατί δεν γίνεται να μην ακούσεις, πρέπει να δεις, πρέπει να παρατηρείς, αυτός ήταν δυνατός. Και ο Αϊβαλιώτης, και από αυτόν έμαθε ο Μάρκος, τα καραντουζένια τά ‘παιζε αυτός.

Σ.Κ.: Οι παλιοί στη Σύρα;
Σ.Β.: Εντάξει, αλλά από τον Πειραιά ξεκίνησε, εκεί ήταν το παίξιμο το βαρύ.

Σ.Κ.: Σου ‘χε κάνει ποτέ ανάλυση πώς σκέφτεται πάνω στο ταξίμι ή δε γίνεται;
Σ.Β.: Δεν γίνεται, ταξίμι ή κάνεις ή δεν κάνεις, μπορεί να κάνεις και να κάνεις μαλακίες. Για να κάνεις, πρέπει να είσαι γνώστης το τι παίζεις, να ξέρεις το δρόμο π.χ. χιτζάζ, και το τραγούδι που παίζεις σου δημιουργεί την έμπνευση. Είναι πώς σου κάθεται, δεν μπορείς να κάνεις σε όλα τα τραγούδια ταξίμι. Στο «Μεμέτη» θα κάνεις ταξίμι, στο «Καρδιά Παραπονιάρα» θα κάνεις ένα ταξίμι, όπως το αισθάνεσαι.

Σ.Κ.: Στα μαγαζιά ο Μάρκος έκανε ταξίμι πριν το κομμάτι;
Σ.Β.: Ο Μάρκος όταν έκανε ταξίμι το έκανε όχι για να τ' ακούσει ο κόσμος, αλλά επειδή είχε ανάγκη και κείνη την ώρα που το γεννούσε έπρεπε να το γράψεις.

Σ.Κ.: Νομίζω ότι είναι ο καλύτερος ταξιμαδόρος που έχω ακούσει ποτέ, το ταξίμι που κάνει στην «Σκύλα» δεν νομίζω ότι ξαναβγαίνει.
Σ.Β.: Σου βάζω 10 με τόνο γι αυτό που μου λες, αυτό το ταξίμι είναι το άπαιχτο.
Κ.Ρ.: Ξέρεις τι έχουνε παρεξηγήσει σήμερα οι μεγάλοι μπουζουξήδες, δεν θα πω όνομα γιατί κερδίζουν τα λεφτά τους. Ο άνθρωπος πάει να κάνει την «Παξιμαδοκλέφτρα» και κάνει 15 λεπτά ταξίμι και ουρλιάζουν... Έλα δω ρε συ, ο άλλος θέλει να χορέψει τι μου κάνεις «γούρου γούρου».
Σ.Β.: Αυτό που λέει είναι ότι δεν πάει στην «Παξιμαδοκλέφτρα» να κάνεις ταξίμι, δεν υπάρχει μουσική αίσθηση.

Σ.Κ.: Ο κόσμος μίλαγε παλιά στα μαγαζιά που δούλευε ο Μάρκος, κάνανε φασαρία από κάτω;
Σ.Β.: Ψιτ, τουμπεκιαζόσουνα, τουμπεκί ψιλοκομμένο! Πήγαινες εκεί για να πάθεις την πλάκα σου, να περιμένεις να ακούσεις το τραγούδι το τάδε, έπρεπε να 'ταν ο Βραχνάς και να τον άκουγε και θα σού ΄λεγα τι θα γινόταν. Δηλαδή υπήρχαν τέτοιοι πολλοί, το κοινό του Μάρκου ήταν από κει μέχρι εκεί.

Σ.Κ.: Ενώ τώρα το κοινό;
Σ.Β.: Τώρα το κοινό, ευτυχώς μιλάμε τώρα και τα λέμε γιατί σε λίγο δεν μιλάμε, δεν θα 'μαστε και Έλληνες, πάει, χαμός. Έχουμε φύγει, δεν είδες κάτι απόκριες που γινόντουσαν κάτι αρραβώνες και φώναζαν τα όργανα και παίζανε, παθαίνεις την πλάκα σου. Όλα τα ελληνικά θέματα της γειτονιάς.
Κ.Ρ.: Γιατί δεν υπάρχει τώρα γειτονιά.

Σ.Κ.: Χάθηκε η παράδοση;
Σ.Β.: Χάνεται! Που ήτανε το πιο ελληνικό πράγμα που υπήρχε, γιατί ήταν το πιο φιλότιμο που υπήρχε. Γινόσουν φίλος με τον άλλο, τον καλούσες, έπινες ένα ποτήρι, τώρα τον αποφεύγεις, γιατί λες τι έγινε τώρα, πάει αλλού.
Κ.Ρ.: Δεν πας να συγκρίνεις, τώρα είναι διαφορετικός ο κόσμος, άλλοι του ‘30, του ‘40, του ‘50 που γνώρισες εσύ, άλλοι του ‘70 που γνώρισα εγώ. Έχουμε πάει στο γκρεμό και ένα βήμα ακόμα και φύγαμε, δεν έχει καμία σχέση η κοινωνία, ο κόσμος, η γειτονιά.

Συνέντευξη με παρόντα το Γιώργο Θανόπουλο (Οκτώβριος 2018)

Σ.Κ: Παρατήρησα πριν, την ώρα που έπαιζες, ότι έπαιζες πολύ σιγά, μυσταγωγικά (μουρμούρικα), έτσι έπαιζε και ο Μάρκος στο σπίτι;
Σ.Β: Ακριβώς, κένταγε! Όταν θέλεις να έρθεις σε επαφή με το καραντουζένι, δικό σου ή του Μάρκου, πρέπει νά ‘χεις ύφος. Το ύφος αυτό που σου λέω είναι ο τονισμός της ψυχής, τη στιγμή που παίζεις παίζει και η ψυχή μαζί, έχεις ρυθμό μέσα σου και ανάσες, για να βγάλεις αυτό που γουστάρεις.

Σ.Κ: Στο μαγαζί έπαιζε δυνατά;
Σ.Β: Στο μαγαζί έπαιζε κανονικά, όχι καραντουζένια, και πιο δυνατά, αλλά ήταν κεντητό το παίξιμό του, δεν κοπάναγε, έπαιζε μόνο όλες τις χορδές. Δεν ξέρω αν έχεις ακούσει «Τα μάτια σου τα αράπικα τα είδα και τρελάθηκα» στο τέλος, ή στο «Όπου μπαίνω με κοιτούνε», ή στο «Ήτανε άνοιξις που σ΄είδα», αυτό είναι το χαρακτηριστικό παίξιμο του μπουζουκιού αυτού, έπαιζε με τη μύτη πάντα την πένα. Εκείνο που έχει μεγάλη σημασία ήταν οι δρόμοι που έβρισκε στο μπουζούκι, μόλις έπιανε το μπουζούκι. Δεν νομίζω να υπάρχουν πιο κουμπωμένα τραγούδια, να πλάθονται όπως τα τραγούδια του Μάρκου, να γίνονται κλασσικά, να γίνονται ροκ, ή ό,τι θέλεις. Γιατί είναι τόσο πολύ σωστά οι δρόμοι που χρησιμοποίησε. Ήταν μεν παιγμένοι αλλά ήταν οι δρόμοι της ψυχής του, έκανε τους δρόμους δικούς του. Χιτζάζ, όπως το «Βαρέθηκα τις γκόμενες», βλέπεις σε διάφορα κομμάτια όπως το «Έχω καημούς αγιάτρευτους», «Είμαι αθώος το φωνάζω», όλα αυτά τα Χιτζασκιάρ είναι πολύ ιδιαίτερα.

Σ.Κ: Έχει κάνει ένα μανέ στη δισκογραφία τον «Πειραιώτικο μανέ», τον έχεις ακούσει να κάνει αμανέ στο σπίτι ή γενικά εκτός δισκογραφίας;
Σ.Β: Ναι βέβαια, ήτανε μάστορας, στο λαιμό του ήταν μάστορας, στους δρόμους πάνω, ας πούμε στο σαμπάχ, στο «Βαθειά στη θάλασσα θα πέσω», πόσοι τό ‘χουν πει.

Σ.Κ: Το τραγούδι αυτό είναι του Μάρκου;
Σ.Β: Δεν ξέρω ποιανού είναι και τι γίνεται με τα τραγούδια, το οποίο κοίταξε και το «Μπουζούκι μου διπλόχορδο», γράφει επάνω Μάτσας - Περιστέρης όπως και το «Μάρκος Πολυτεχνίτης», δηλαδή γινόντουσαν πράγματα τα οποία είναι ανεξήγητα.

Σ.Κ: Μπορεί να δημιουργηθεί ρεμπέτικο τραγούδι σήμερα ή μιλάμε για μουσειακό είδος;
Σ.Β: Στο λέω με εγωισμό, εγώ γράφω ρεμπέτικο! Αυτό λέγεται «Βαμβακαρειάδα», και το γνωρίζεις καλά αυτό το στυλ, από το Βραχνά που τον ήξερες. Είναι ένα κόλλημα αξεπέραστο ο Μάρκος, τον κουβαλάς, μόλις τον ακούς μια φορά λες ποιος είναι αυτός, αυτή την ταμπέλα την έχεις μέσα σου, σε ποτίζει. Ο Βραχνάς, ας πούμε, τον έκανε δικό του το Μάρκο. Για να τον τραγουδήσεις το Μάρκο, πρέπει να σου πάει, ο Νίκος τον κουβάλαγε.

Σ.Κ: Εννοείς ότι κάποιοι μιμούνται.
Σ.Β: Ακριβώς! Ο Βραχνάς δεν τον μιμούταν, τον κουβάλαγε! Αν τον μιμείσαι, είναι λάθος και για την προσωπικότητα που έχεις, και για το ύφος σου, και για το όργανό σου. Αν τον κουβαλάς, αν δηλαδή του το παίρνεις το τραγούδι και το κάνεις δικό σου, είναι και αυτό άλλη μαγκιά. Δηλαδή εγώ παίρνω ένα τραγούδι του πατέρα μου, είναι του πατέρα μου, αλλά την ώρα που το λέω δεν είναι του πατέρα μου, είναι δικό μου. Μέσα από τη «Σκύλα» εγώ, ακούω μέσα μου σκυλιά, δηλαδή υπάρχει γέννηση που θα ακουμπήσεις πάνω εκεί και κουρδίζεσαι, παίζεις με την ψυχή σου. Βλέπεις, αν τα παίξεις αυτά τα κομμάτια σε «μι μπεμόλ» ή σε κουρδίσματα, πάνε γάντι. Το «καραντουζένι» πάντως, το καθ’ εαυτού το ρε-σολ-λα, είναι αυτό που σκίζει πάνω στο μπουζούκι.

Σ.Κ: Επειδή μου χες πει ότι ο Μπιθικώτσης πέρασε από σχολείο, εγώ προσωπικά πιστεύω ότι δεν φτάνει μόνο να έχεις ψυχή.
Σ.Β: Πρέπει να ζυμωθείς.

Σ.Κ.: Πολλοί λέμε ότι έχουν ψυχή και ότι είναι αυθεντικοί αλλά δεν είναι μόνο αυτό.
Σ.Β: Για την ψυχή που λέμε, ας πάρουμε παράδειγμα το Νίκο το Βραχνά, ή τον Παπαϊωάννου, όπως τραγουδάει «Στα Πεύκα και στα έλατα», ή τον Κερομύτη στο «Μεσ’ του Βάβουλα τη γούβα». Δεν είναι μια κατηγορία «Μάρκικη», εκεί που ακουμπάει η μουσική, για να φτάσει ένας σ’ αυτό το σημείο, είναι ταλέντο, είναι έμφυτο, δεν μπορείς να το εξηγήσεις.

Σ.Κ: Έχει σχέση με την παλιά κοινωνία, δηλαδή με τα ακούσματα;
Σ.Β: Έχει, από κει ξεκινάς, παίρνεις την παράδοση, όταν γράφεις. Άλλο, να παίζεις - και στο παίξιμο βγαίνει - αλλά στο γράψιμο, προσπαθείς να δημιουργείς εικόνες στο μυαλό σου, του 1930. Ποιος ήταν ο Τσάρλυ Τσάπλιν, ποιος ήταν ο Καρούζο, ποιος ο Μάριο Λάντζα, η Χάρβεϊ, ο Ζαν Κεπούρα. Ψάχνει το μυαλό σου προπολεμικά, κεντάς και γράφεις, δηλαδή τη σύλληψη αυτή αν την πάρεις φτιάχνεις μουσική από τις εικόνες. Του Μάρκου τα τραγούδια είναι αλήθεια, είναι εξομολόγηση.

Σ.Κ.: Θεωρείς πιο σημαντικό το στίχο από τη μουσική;
Σ.Β: Οπωσδήποτε, σου δίνεται η μεγαλύτερη φωτογραφία με το στίχο, ο στίχος σε καθοδηγεί με την πενιά, ντύνεις τις λέξεις με τις νότες.

Σ.Κ: Οι παλιοί λέγανε μια φράση, πως «ο στίχος είναι ο ρουφιάνος της μουσικής».
Σ.Β: Εντάξει, εγώ νομίζω ότι υπάρχουν τραγούδια ερωτικά, παραπονιάρικα, μελαγχολικά, διαμαρτυρίας, του κάτω κόσμου, τα μάγκικα, ο καθένας στίχος είναι αυτός που σε καθοδηγεί.

Σ.Κ: Τι θεωρούσε πιο σημαντικό ο Μάρκος, τη φωνή ή το μπουζούκι;
Σ.Β: Και τα δύο σημαντικά, το θέμα είναι πώς είναι η ψυχή σου, τι έχεις περάσει στη ζωή σου και πώς βαστάς το όργανο, όλα αυτά βγαίνουν στη μουσική σου, τι πίκρες, τι βάσανα, τι ευχαριστήσεις έχεις περάσει.

Σ.Κ.: Στο μαγαζί του άρεσε περισσότερο του Μάρκου να παίζει ή στις παρέες;
Σ.Β: Στο μαγαζί ήτανε τελετή, πήγαινε να τραγουδήσει, δεν γινόταν, από το Μάρκο ξεκίναγαν όλα, γίνονταν παραγγελιές, έδιναν πενηντάρικα ή κατοστάρικα τότε, για να τραγουδήσει ένα τραγούδι ο Μάρκος και να χορέψουν, και πήγαιναν χορευταράδες για να χορέψουν με το Μάρκο.

Σ.Κ.: Το πρόγραμμα;
Σ.Β: Το πρόγραμμα ήταν τα τραγούδια της εποχής, εγώ τον πρόλαβα και παίξαμε μαζί με το Δομένικο, στη δεύτερη του εποχή.

Σ.Κ.: Τραγούδαγε τραγούδια άλλων συνθετών;
Σ.Β: Τραγούδαγε το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» του Καλδάρα, του Τσιτσάνη κάνα τραγούδι, γιατί είχε γραμμοφωνήσει του Τσιτσάνη τραγούδια.

Σ.Κ.: Δεν έλεγε πιο λαϊκά, ας πούμε Καζαντζίδη;
Σ.Β: Ποτέ! Ήταν αυθεντία στο είδος του.

Σ.Κ.: Έλεγε αδέσποτα στο μαγαζί, τον θυμάσαι;
Σ.Β: Έλεγε αυτά που έλεγε η μάνα του, «Σ' αγάπησα να ‘χω ζωή, μα ‘γω ζωή δεν έχω», τέτοια παλιά συρτά.

Σ.Κ: Υπάρχει κάποια ειδική φρασεολογία στον τρόπο που τραγουδιέται το ρεμπέτικο τραγούδι, ή πιστεύεις ότι είναι μόνο ρυθμός, δηλαδή μόνο ο μάγκας μπορεί να τραγουδήσει σωστά;
Σ.Β: Όχι, το τραγούδι πάει στα χείλη του καθ’ ενού ανθρώπου, αλλά ο καθένας επιλέγει τι του πάει και τι τον βαράει ψυχικά μέσα του. Γιατί το τραγούδι, οι νότες, είναι πειραχτικό πράγμα. Άλλον τον κάνει και χορεύει, άλλον τον κάνει και σκέφτεται ,άλλον κάνει εύθυμο, άλλο τον κάνει ζοχαδιασμένο.

Σ.Κ: Μου είπες πως στην ταινία «Κατηγορούμενος ο έρως» είσαι και εσύ πάνω στο πάλκο μαζί με το Μάρκο, τι θυμάσαι από αυτή την εμπειρία;
Σ.Β: Ήταν η πρώτη φορά που είδα τον πατέρα μου να χορεύει, ήταν κάτι το συγκλονιστικό για μένα!

Σ.Κ: Ο Μάρκος χόρευε στο μαγαζί;
Σ.Β: Ο Μάρκος γέννησε το ρυθμό του απτάλικου, ήτανε αρχηγός, είναι αυτός που έγραψε τα καλύτερα του είδους, τα οποία δεν πεθαίνουνε ποτέ. Ξέρεις τι είναι τώρα να βλέπεις τον πατέρα σου να είναι Φραγκοσυριανός και να κάθεται στημένος να χορεύει με την πατατούκα του και τα στιβάνια να κάνει βόλτες;

Σ.Κ: Περίγραψέ μου τι κινήσεις έκανε όταν χόρευε, γυριστές και ανάποδες;
Σ.Β: Γυριστές, ανάποδες και καρφωτές, «ταν ταν» από ψηλά. Πρόσεξε όμως, τα ‘κανε όλα μάγκικα, οι κινήσεις του ήταν στην πένα.

Σ.Κ: Χορεύει κανείς έτσι τώρα;
Σ.Β: Δεν ξέρω. Όταν ήμουν πιτσιρικάς, θυμάμαι έναν στο Αιγάλεω που τονε θαύμαζα και άλλος ένας Παλιοκοκκινιώτης, ο Αραούζος, χόρευε ένα ζεϊμπέκικο που ‘χα πάθει την πλάκα μου. Φωτογραφίες ωραίες.
Γ.Θ.: Και ο Γαρίζας δεν ήτανε;
Σ.Β: Και ο Γαρίζας, αυτός χόρευε στο ποτήρι, δηλαδή γύρω - γύρω από ποτήρι και έκανε κόλπα και πάταγε και στο ποτήρι.

Σ.Κ: Πιστεύω ότι τέτοιοι άνθρωποι όπως οι παλαιοί λαϊκοί, έχουν πλέον εξαφανιστεί, γιατί η «αμερικανοποίηση» της κοινωνίας έχει φτάσει σε τρομερό βαθμό.
Σ.Β: Δεν υπάρχουν πια, αλλά άκουσε: δουλεύω φέτος στο Χαμάμ, πήγαμε δυο Παρασκευές στο μαγαζί και ήταν γεμάτο, μου ‘κανε εντύπωση, με πλησίαζαν όσοι ήταν μες το μαγαζί και θέλανε να μου μιλήσουν, να με γνωρίσουν, και ότι ήταν πολλά νέα παιδιά που είχαν έρθει για να με ακούσουν και παιδιά από τη Μελβούρνη. Άλλοι φωτογράφιζαν όταν τραγούδαγα, ψηλά τα τηλέφωνα, άρα, Σταύρο, δουλεύει το όνομα.

Σ.Κ: Το όνομα όμως δεν το ‘χεις άδικα.
Σ.Β: Είναι κληρονομιά, αλλά έχω κάνει δική μου προσπάθεια.
Γ.Θ: Τό 'χει πάρει το «κάρο του Μάρκου» ο Στέλιος και το πήγε πολύ παραπέρα.
Σ.Β: Είδες τι έχω κάνει με τους μπαγλαμάδες και τους τζουράδες και τα μπουζούκια και τα παίζω ο ίδιος «ντουζενάτα». Δεν έχει σημασία αν δεν κάνω τον Τσιτσάνη, καλύτερα που δε κάνω τον Μπάτη, τον Ανέστο, καλύτερα που τα παίζουν αυτοί και ‘γω βάζω τα δικά μου. Είμαι ευτυχής που δεν παίζω τα «καραντουζένια» αυτονών και παίζω τα δικά μου. Σκέψου το, είναι μαγκιά!

Σ.Κ: Ποιοι άλλοι γνώριζαν τα κουρδίσματα;
Σ.Β: Ο Μπαγιαντέρας, αλλά όχι όλα, Ο Κερομύτης, γιατί ήταν και κολλητός του Μάρκου, ο Ανέστος, ο Παπαιωάννου, ο Γενίτσαρης, ο Περιστέρης, ο οποίος ήταν και πολύ ψαγμένος μουσικός, αλλά ο Μάρκος ήταν η πηγή , λέγανε τα παραδοσιακά και τα πήρε ο Μάρκος αυτά και πάνω εκεί έγραψε το «Ώρες με θρέφει ο λουλάς» και τα υπόλοιπα.

Σ.Κ.: Αναρωτιέμαι πώς τοποθετούσε o Mάρκος το χέρι καθώς έπαιζε, καθώς δεν έχουμε και βίντεο να τον δούμε κανονικά να παίζει.
Σ.Β: Χρησιμοποιούσε στον μπαγλαμά τα δύο του νύχια σαν κιθάρα, και το μπουζούκι - όταν ήθελε να το πιάσει δίχως πένα - το χάιδευε με τα δάχτυλα και σιγά σιγά οι νότες του ήταν έτσι για να παιχτούνε. Με τα δάχτυλα δεν έκανε περιττά πράγματα, είχε κόλπα και φωνητικά ρετζίστρα, χρησιμοποιούσε σύμφωνα με το τραγούδι που έβρισκε τον κατάλληλο τρόπο πώς να το πει, φωναχτά ή μάγκικα, το ζωγράφιζε το τραγούδι.

Σ.Κ.: Γνώρισες γυρολόγους μουσικούς στον Πειραιά;
Σ.Β: Ναι, θυμάμαι τσιγγάνους μουσικούς με σαντούρια και βιολιά.

Σ.Κ: Μπουζουξήδες;
Σ.Β: Μπουζουξήδες, όχι.

Σ.Κ.: Η φυλακή και ο τεκές ήταν το μεγάλο σχολείο που δημιούργησε το ρεμπέτικο;
Σ.Β: Όχι, Σταύρο, γιατί κοίτα αυτοί οι άνθρωποι ήταν άγιοι, μη κοιτάς τις συνθήκες, αυτές ήταν χρονογράφημα.

Σ.Κ.: Μου ανέφερε ο Γιώργος ο Θανόπουλος, ότι έχεις γράψει 4 κονσέρτα για μπουζούκι και ορχήστρα. Έχουν ζεϊμπέκικο ρυθμό μέσα, ή είναι σε συμφωνικό στυλ;
Σ.Β: Έχουν και ζεϊμπέκικο, είναι ελληνικότατα σε μορφή, όχι «Μπαχικά», ας πούμε. Είναι σε θέματα ουσιαστικά.

Σ.Κ.: Ο Λεμονόπουλος επίσης είχε γράψει κονσέρτο για μπουζούκι και ορχήστρα.
Σ.Β: Κοίταξε αυτά είναι ρουμάνικα, την πάμε αλλού, τα παίζει ο Μιχάλης ο Δήμας τα κονσέρτα αυτά.

Σ.Κ.: Ο αδερφός σου, ο Βασίλης, παίζει μπουζούκι;
Σ.Β: Ναι, παίζει - και οι τρεις μαζί μαθαίναμε.

Σ.Κ: Τι είναι για σένα το «ρεμπέτικο»;
Σ.Β: Το ρεμπέτικο είναι το Α και το Ω της ζωής των ανθρώπων, είναι η αλήθεια, είναι το πνεύμα, η καλή καρδιά, το γλέντι, όλο το πνεύμα της αγάπης, ένα πράγμα που σε αγκαλιάζει. Το ρεμπέτικο είναι υπόθεση, μακάρι να τό 'χανε πολλοί λαοί το ρεμπέτικο, η κληρονομιά που έχουμε με το ρεμπέτικο είναι δυσεύρετο είδος. Δεν υπάρχει Έλληνας να μην έχει πει «γειά μας!» και να μην αισθάνεται Έλληνας επειδή έχει ακούσει την «μπουζουκιά» και, όπου θα ακούσει, ή θα δακρύσει ή θα πει «ω ρε πατρίδα μου, με τα ποτάμια και τα πουλάκια», τρελαίνεται, το μπουζούκι είναι το θαύμα. Για σκέψου ότι έχουμε μπει στον 21ο αιώνα και τα τραγούδια του Μάρκου είναι ακόμη πρώτα, το «Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά», η «Φραγκοσυριανή» έχει πάει παντού στον κόσμο, έχει φτάσει στην Ιαπωνία και στην Κορέα!

Σ.Κ.: Το αγαπημένο σου τραγούδι από του Μάρκου τα τραγούδια;
Σ.Β: Το «Κάντονε Σταύρο, κάντονε» έχει πολλά κυβικά σαν ζεϊμπέκικο, δεν μπορώ να το εξηγήσω τι ρυθμός είναι αυτός και πώς τον βρήκε να το κάνει ζεϊμπέκικο. Έτσι όπως το λέει είναι ύμνος, είναι τρομακτικό, αυτό και το «Σκύλα μ’ έκανες και λιώνω», το «Αν μ' αξιώσει ο Θεός» του οποίου η εισαγωγή αξίζει εκατομμύρια, το «Δυό μεράκια στην καρδιά μου», το «Βαρέθηκα τις γκόμενες».

Σ.Κ.: Το πιο αγαπημένο σου τραγούδι από αυτά που έχεις γράψει;
Σ.Β: Το «Χαϊδάρι» που είχε γράψει στην κατοχή ο Μάρκος και είχε χαθεί η μουσική. Πήρα τους στίχους του Μάρκου και το έγραψα μέσα σε τρία λεπτά, στο σπίτι του Κώστα του Χατζηδουλή.

Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Σπυροπούλου